Γ' Μέμνησο λουτρών οις ενοσφίσθης Ξύπνησα με το μαρμάρινο τούτο κεφάλι στα χέρια που μου εξαντλεί τους αγκώνες και δεν ξέρω που να τ' ακουμπήσω. Επεφτε στο όνειρο καθώς έβγαινα από το όνειρο έτσι ενώθηκε η ζωή μας και Θα είναι πολύ δύσκολο να ξαναχωρίσει. Κοιτάζω τα μάτια~ μήτε ανοιχτά μήτε κλειστά μιλώ στο στόμα που όλο γυρεύει να μιλήσει κρατώ τα μάγουλα που ξεπέρασαν το δέρμα. Δεν έχω άλλη δύναμη~ τα χέρια μου χάνουνται και με πλησιάζουν ακρωτηριασμένα. Δ' ΑΡΓΟΝΑΥΤΕΣ Και ψυχή ει μέλλει γνώσεσθαι αυτήν εις ψυχήν αυτή βλεπτέον: τον ξένο και τον εχθρό τον είδαμε στον καθρέφτη. Ητανε καλά παιδιά oι συντρόφοι, δε φωνάζαν ούτε από τον κάματο ούτε απο τη δίψα ούτε από την παγωνιά, είχανε το φέρσιμο των δέντρων και των κυμάτων που δέχουνται τον άνεμο και τη βροχή δέχουνται τη νύχτα και τον ήλιο χωρίς ν' αλλάζουν μέσα στην αλλαγή. Ητανε καλά παιδιά, μέρες ολόκληρες ίδρωναν στο κουπί με χαμηλωμένα μάτια ανασαίνοντας με ρυθμό και το αίμα τους κοκκίνιζε ένα δέρμα υποταγμένο. Κάποτε τραγούδησαν, με χαμηλωμένα μάτια όταν περάσαμε το ερημόνησο με τις αραποσυκιές κατά τη δύση, πέρα από τον κάβο των σκύλων που γαβγίζουν. Ει μέλλει γνώσεσθαι αυτήν, έλεγαν εις ψυχήν βλεπτέον, έλεγαν και τα κουπιά χτυπούσαν το χρυσάφι του πελάγου μέσα στο ηλιόγερμα. Περάσαμε κάβους πολλούς πολλά νησιά τη Θάλασσα που φέρνει την άλλη Θαλασσα, γλάρους και φώκιες. Δυστυχισμένες γυναίκες κάποτε με ολολυγμούς κλαίγανε τα χαμένα τους παιδιά κι άλλες αγριεμένες γύρευαν το Μεγαλέξαντρο και δόξες βυθισμένες στά βάθη της Ασίας. Αράξαμε σ' ακρογιαλιές γεμάτες αρώματα νυχτερινά με κελαηδίσματα πουλιών, νερά που αφήνανε στα χέρια τη μνήμη μιας μεγάλης ευτυχίας. Μα δεν τελειώναν τα ταξίδια. Oι ψυχές τους έγιναν ένα με τα κουπιά και τους σκαρμούς με το σοβαρό πρόσωπο της πλώρης με τ' αυλάκι του τιμονιού με το νερό που έσπαζε τη μορφή τους. Οι σύντροφοι τέλειωσαν με τη σειρά, με χαμηλωμένα μάτια. Τα κουπιά τους δείχνουν το μέρος που κοιμούνται στ' ακρογιάλι. Κανείς δεν τους Θυμάται. Δικαιοσύνη. Η' Μα τι γυρεύουν οι ψυχές μας ταξιδεύοντας πάνω σε καταστρώματα κατελυμένων καραβιών στριμωγμένες με γυναίκες κίτρινες και μωρά που κλαίνε χωρίς να μπορούν να ξεχαστούν ούτε με τα χελιδονόψαρα ούτε με τ' άστρα που δηλώνουν στην άκρη τα κατάρτια. Τριμμένες από τους δίσκους των φωνογράφων δεμένες άθελα μ' ανύπαρχτα προσκυνήματα μουρμουρίζοντας σπασμένες σκέψεις από ξένες γλώσσες. Μα τί γυρεύουν οι ψυχές μας ταξιδεύοντας πάνω στα σαπισμένα Θαλάσσια ξύλα από λιμάνι σε λιμάνι; Μετακινώυτας τσακισμένες πέτρες, ανασαίνοντας τη δροσιά του πεύκου πιο δύσκολα κάθε μέρα κολυμπώντας στα νερά τούτης της θάλασσας κι εκείνης της Θάλασσας, χωρίς αφή χωρίς ανθρώπους μέσα σε μια πατρίδα που δεν είναι πια δική μας ούτε δική σας. Το ξέραμε πως ήταν ωραία τα νησιά κάπου εδώ τριγύρω πού ψηλαφούμε λίγο πιο χαμηλά ή λίγο πιο ψηλά ένα ελάχιστο διάστημα. Κ' [ΑΝΔΡΟΜΕΔΑ] Στο στήθος μου η πληγή ανοίγει παλι όταν χαμηλώνουν τ' άστρα και συγγενεύουν με το κορμί μου όταν πέφτει σιγή κάτω από τα πέλματα των ανθρώπων. Αυτές οι πέτρες που βουλιάζουν μέσα στα χρόνια ως που Θα με παρασύρουν; Τη Θάλασσα τη θάλασσα, ποιος θα μπορέσει να την εξαν- τλήσει ; Βλέπω τα χέρια κάθε αυγή να γνέφουν στο γύπα και στο γεράκι δεμένη πάνω στο βράχο που έγινε με τον πόνο δικός μου, βλέπω τα δέντρα που ανασαίνουν τη μαύρη γαλήνη των πεθαμένων κι έπειτα τα χαμόγελα, που δεν προχωρούν, των αγαλ- μάτων. ΙΣΤ' όνομα δ' Ορέστης Στη σφενδόνη, πάλι στη σφενδόνη, στη σφενδόνη, πόσοι γύροι, πόσοι αιμάτινοι κύκλοι, πόσες μαύρες σειρές~ οι άνθρωποι που με κοιτάζουν, που με κοιτάζαν όταν πάνω στο άρμα σήκωσα το χέρι λαμπρός, κι αλάλαξαν. Οι αφροί των αλόγων με χτυπούν, τ' άλογα πότε Θ' απο- στάσουν; Τρίζει ο άξονας, πυρώνει ο άξονας, πότε ο άξονας Θ' α- νάψει ; Πότε Θα σπάσουν τα λουριά, πότε τα πέταλα Θα πατήσουν μ' όλο το πλάτος πάνω στό χώμα πάνω στο μαλακό χορτάρι, μέσα στις παπαρούνες όπου την άνοιξη μάζεψες μια μαργαρίτα. Ηταν ωραία τα μάτια σου μα δεν ήξερες που να κοιτάξεις δεν ήξερα που να κοιτάξω μήτε κι εγώ, χωρίς πατρίδα εγώ που μάχομαι εδω-πέρα, πόσοι γύροι ; και νιώθω τα γόνατα να λυγίζουν πάνω στον άξονα πάνω στις ρόδες πάνω στον άγριο στίβο, τα γόνατα λυγίζουν εύκολα σαν το Θέλουν οι Θεοί, κανείς δεν μπορεί να ξεφύγει, τι να την κάνεις τη δύναμη, δεν μπορείς να ξεφύγεις τη Θάλασσα που σε λίκνισε και που γυρεύεις τούτη την ώρα της αμάχης, μέσα στην αλογίσια ανάσα, με τα καλάμια που τραγουδούσαν το φθινόπωρο σε τρό- πο λυδικό, τη θάλασσα που δεν μπορείς να βρεις όσο κι αν τρέχεις όσο κι αν γυρίζεις μπροστά στις μαύρες Ευμενίδες που βαριούνται, χωρίς συχώρεση.