ΤΗΣ ΕΛΑΙΗΣ ΤΟΝ ΔΙΔΟΜΕΝΟΝ ΣΤΕΦΑΝΟΝ Φτιάχναμε τα όνειρά μας γύρω-γύρω Στη φωτιά, Άγαλμα το πρόσωπό μας και στεφάνια Από ελιά. Βλέπαμε τους ταχυδρόμους να φέρνουν Γράμματα κλειστά, Ψάχναμε για την αλήθεια και μας έλεγαν Παιδιά. Πορευτήκαμε στους χρόνους δείξαμε Καινούργιους δρόμους Τα στεφάνια μας τα κλέψαν 1/4χι όμως την ελιά. "Της ελαίης τον διδόμενον στέφανον" Δολίως αφήρεσαν. ΦΘΑΣΑΜΕ ΚΥΝΗΓΗΜΕΝΟΙ Με ροζιασμένα χέρια, σκληρά κι ανεπιτήδευτα Νύχτα το δρόμο πήραμε για τη μεγάλη Πόλη. Ο δρόμος ήταν σκοτεινός, ανάστροφος Και μη γνωστός. Φθάσαμε κυνηγημένοι. Πρόσφυγες ανάμεσα σε πρόσφυγες Βρεθήκαμε σε γειτονιά Εκεί που τα παιδιά Γρήγορα γίνονται άνδρες. Βουβοί με τα χαράματα σκαρίζαμε Ψάχνοντας και ζητώντας αυτά που στερηθήκαμε: Τη γη, το μεροκάματο. Μικραίναμε τις χούφτες μας Να φαίνεται ο καρπός πολύς Κι όλο τις σφίγγαμε... Τα χέρια δεν απλώσαμε. Βασανιστήκαμε. Στενέψαμε, τεντώσαμε μα κρατηθήκαμε. Ο ένας έξι και οι έξι ένας, μη ο καθένας ένας. Έτσι μοιράζαμε μονάχα τις χαρές μας Τον πόνο του ο καθένας τον κρατούσε μόνος. 1948, ΔΕΥΤΕΡΗ ΚΑΤΟΧΗ 1948, δεύτερη κατοχή, πείνα και δυστυχία. Ξεριζωμένοι απ'το χωριό από το πατρικό μας. Η μάνα αγράμματη κι ο πατέρας ανάπηρος, Με δυό μικρά κι ανήλικα αδέλφια κι ένα λεβέντη Αδελφό να πολεμάει βασανισμένος και ταλαιπωρημένος. Μιά καλύβα από πισσόχαρτο σκεπάζει τα κεφάλια μας Κι ένα μεροκάματο του φοιτητή, 17 δραχμές τη μέρα, Εξασφαλίζει το φαγητό για όλους. Σκληρές μέρες γεμάτες πόνο. 1948. Τότε που σαν τέλειωνε η μέρα, η μάνα έλεγε: «Δόξα τω Θεώ, πέρασε κι η σημερινή». Τότε, που για να κρύβει το λιωμένο πουκάμισο Φορούσε μήνα Αύγουστο το μάλλινο στρατιωτικό πουλόβερ Χωρίς να ζεσταίνεται. Τότε...Τότε που έγραψε στον τοίχο με νερομπογιά Την ημερομηνία για να του λέει: Δεν Πέθανες Ακόμα. Μπορείς. Περιεχόμενα ΑΔΕΙΟ ΤΟ ΒΑΖΟ ΑΠΟ ΓΛΥΚΟ Το καφενείο νοίκιασε κι ήταν επιπλωμένο Έξι τραπέζια τσίγκινα, τρίποδα-στρογγυλά Με δώδεκα καρέκλες. Ένα μπιλιάρδο απ'τα παλιά με δυό ζευγάρια στέκες Κι η λαβωμένη τσόχα του Πολύ ξεθωριασμένη και με χαμόγελο σβηστό Στις δυό πλευρές σχισμένη Μπίλιες δεν είχε η αγορά. Πολλά τα βόλια. Δύο τα μπρίκια του καφέ και δέκα οκτώ φλιτζάνια. Άδειο το βάζο από γλυκό. Πολλά ποτήρια για νερό κι αυτό με περιορισμό. Λίγα τα σκεύη κι ακριβό το νοίκι. Το δικαιολογούσε η θέση του. Γνωστό τ'όνομά του Κι ακόμα πιό γνωστότερη ήταν η γειτονιά του. «Καφενείον η Συνάντησις» Στη στάση Καλοκαιρινού, στη Δραπετσώνα. Εκεί σχεδίασε τη μάχη του για νίκη. Καθαρή η φυγή μέσ' τη ψυχή Κι απέξω φύτεψε δυό ρίζες γιασεμιά Ν' αλλάξει ήθελε τη μυρωδιά π' ερχόταν Από τα κοινά. Καφέδες ποικιλία. Βαρύς γλυκύς ή μέτριος κι ήθελε μαεστρία. Μα των γενναίων ο καφές ήταν ο νέτος-σκέτος. Αυτόν κι εσείς να πίνετε. Είναι διπλό το κέρδος. Του Καφενείου γέμισε η κάθε μιά γωνιά Με σκέψη, αγάπη και φιλιά Που βρήκε μέσ' τη γειτονιά. Στο Καφενείον «η Συνάντησις» Στων φίλων του τη γειτονιά έμαθε Να αγαπά και της ζωής τα μυστικά. Τώρα, μέρες γιορτής ψάχνει γι' εκείνη... Περιεχόμενα Η ΚΑΜΠΑΝΑ Ο πόλεμος τέλειωσε. Η μάνα περιμένει το γιό της. Θα γυρίσει; Ο πόλεμος τέλειωσε μεσάνυχτα... Το σώμα του μαχητή Άλλοτε σταθερό και κατακόρυφο Τώρα παλλόμενο παλαμάρι Κρεμασμένο ανάμεσα σε γη και ουρανό. Η καμπάνα κτυπά... Πολλοί ακούνε το μήνυμα της λευτεριάς. Η μάνα τρέχει στην εκκλησιά. Ο μαχητής αφήνεται στην αγκαλιά της... Η καμπάνα σιωπά. Τότε η μάνα του Θρασύβουλου Πιάνει το σήμαντρο Και κτυπά την καμπάνα Ίδια όπως τότε για τον άλλο της γιο Που έχασε στον άλλο πόλεμο. Ο πόλεμος τέλειωσε μεσάνυχτα... Κι αργεί να ξημερώσει. Περιεχόμενα Χωρίς Τίτλο Mη κλαίς για ελπίδες που χάθηκαν, αλλά γι'αυτές που ξεχάστηκαν, γι'αυτές που δεν είχες. ΑΝΤΑΠΟΔΟΣΗ Σε τιμώρησα με φυλάκιση στην καλύβα μου, μέσα στο φώς, στην αλήθεια των στίχων μου. Σ'έθρεψα με καρπούς δικαιοσύνης, με λωτούς π'ωρίμασαν σ'αδικημένο δένδρο. Σε πότησα με νερό αγάπης τρεχούμενο από πηγές της συγχώρεσης. Με ταξίδεψες... Περιεχόμενα ΔΙΚΑΙΩΣΗ Ταξιδεύοντας αγαπάς Αγαπάς τον άνθρωπο τα λουλούδια. Βρίσκεις τον εαυτό σου, Γιατί ξαναβρίσκεις το Θεό σου. Με απεραντωσύνη στη σκέψη γυρνάς σ'αυτούς τους ταπεινούς που σε πόνεσαν και προσεύχεσαι για την ευτυχία τους. Τι δικαίωση Θεέ μου!!! Σ'ευχαριστώ. Περιεχόμενα ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑ Πέθανες Πατέρα κι άφησες Την παρουσία σου κληρονομιά. Ένα βιολί, δύο σφυριά Πολλά τραγούδια σου παλιά Και φλέβες που κρατούν δικό σου αίμα. Πέθανες γράφουν τα χαρτιά Χαρτιά που τάχουν γράψει άλλοι. Λόγια και ζωγραφιές στη μνήμη φυλαγμένα Και τα τραγούδια σου ακούω Καθώς τις πέτρες του άδικου συνθλίβω. Πέθανες γράφουν τα χαρτιά Και το βιολί σου πάλιωσε με τον καιρό Κι όμως γι'αυτό Οι ήχοι του μιλούν στο χρόνο. Μα ποιός ακούει το βιολί πατέρα; Τ'ακούς εσύ παιδί μου...Φθάνει... Περιεχόμενα ΑΝΗΣΥΧΙΑ Ψάχνω για καινούργιες ιδέες για καινούργιες μορφές και σχήματα. Ρίχνω τις σκέψεις βαθειά στους χρόνους που έρχονται και χάνομαι. Χάνομαι μέσα στη σύγχυση κουράζομαι. Θα κουραστεί κι ο φίλος μου κι ανησυχώ μη κουραστούμε όλοι. Περιεχόμενα Χωρίς τίτλο Με τέτοια σύννεφα στον ουρανό Πές μου Καλέ μου φίλε Πως μπόρεσες να δείς που σκάει ο ήλιος; ΑΠΑΝΤΗΣΗ Πολέμησα τις αγωνίες μου μ'ελπίδες Που κράτησαν νωπά τα όνειρά μου Και φύλαξα τα χνάρια μου στην αμμουδιά Που πάγωσεν η νύχτα, κρυμμένα εκεί 1/4πως τα σκέπασαν προσεχτικά ανεμοθύελλες. Πολέμησα. Μπροστά τα όνειρά μου Και πίσω εγώ Και μοναχός. Ποιός είδε τα σκοτάδια Ν'αλλάζουν χρώμα μεσημέρι! Ποιός άκουσε τα βήματα του φεγγαριού Και τη φωνή του ήλιου! Πολέμησα και κράτησα. Νίκησα και νικήθηκα. Δεν έχω μέσα μου εχθρούς Ούτε και νικημένους. Μπροστά εγώ Μπροστά και τ'όνειρά μου Κι εκεί όπου τα χνάρια μου Χαρούμενες φωνές, θαλασσινά λουλούδια Ακρογιαλιές του έρωτα Της νιότης μου στολίδια. Κανείς δεν μίλησε με το Θεό Χωρίς να πάρει απάντηση στη γή. Περιεχόμενα ΜΗ ΤΙΣ ΜΕΤΡΑΣ ΤΙΣ ΑΓΡΙΟΧΗΝΕΣ Γευόμουνα την ευωδιά της ανοιξιάτικης Δροσιάς Καθώς λογάριαζα ταξίδι στα Αντι-Κύθηρα Κι είχα στο νου την ομορφιά Τον πίνακα με τα χελιδονόψαρα. Ταξίδεψα με οδηγό το όνειρο Και βρήκα τον Αρίωνα Τον Ποσειδώνα Στον ουρανό της Λευτεριάς το πρώτο γράμμα Που φτιάχνουν οι αγριόχηνες ταξιδεύοντας. Απ'το Βοριά αν ταξιδέψει στο Νοτιά Πριν φθάσεις στα Αντι-Κύθηρα, Τα Κύθηρα και τα πουλιά θα συναντήσεις. Φθινόπωρο σε ερημιά μη σταματήσεις. Τον φάρο δεν θα δεις αν δεν βρεθείς σε κάβο. Μη φοβηθείς το πέλαγος Οι αγριόχηνες μπορούν να σ'οδηγήσουν. Κοίτα ψηλά. Φθινόπωρο, μη χάσεις το ταξίδι Κι αν δεις τις αγριόχηνες μη τις μετράς Και οι άνθρωποι στο μακρυνό ταξίδι λιγοστεύουν. Περιεχόμενα ΕΡΠΗΣ Την ώρα που θα νιώσεις στη ζωή γυμνός, τέτοια στιγμή αν έρθει...μην πτοηθείς. Τη σιγουριά που κουβαλάς για το αλάνθαστο, εκείνη να προσέξεις. Εκείνη να προσέξεις κι η πλήρωση θα'ρθει να το θυμάσαι και θα'ναι τότε που στο χαμόγελό σου, σ'εκείνο το άλλο, τ'αληθινό, θ'αντιφεγγίσει η αρμονία της ωριμότητος. Τότε που θα μπορείς αδίστακτα να πεις δεν είμαι πλήρως έτοιμος. Τότε... Ο έρπης που σε ζώνει θα'χει σβήσει. Περιεχόμενα THE AFFLUENT SOCIETY They were so busy-busy shopping... busy polishing and doing thousands of little chores Betty Friedan Αν σκέφτομαι τις ώρες που κοιμάσαι είναι γιατί μ' αφήνεις ξάγρυπνο. Το ξέρω πως είσαι κουρασμένος. 1/4μως μ' ανησυχεί το μαλθακό, το περιττό στα χέρια σου και το παραπανήσιο. Το ξέρω πως είσαι κουρασμένος, πως κάποτε θα ξυπνήσεις. Μονάχα μην αργήσεις και δεν ακούσεις το τραγούδι: "Ευτυχισμένοι όσοι μπορούν ν' αντισταθούν". Πλάγιασα αγκαλιά με τις αρνήσεις μου. Μια ζεστασιά ανόμοιαστη με δροσίζει. Περιεχόμενα ΣΕ ΖΗΤΩ Σε ζητώ Σε στιγμές που σκέπτομαι. Σε ζητώ Και θέλω να γίνει: "θέλω σου", η ελπίδα μου, Κι αυτή...το όνειρό σου Και τ'όνειρό μας αύριο Και να'ναι τ'αύριο τόσο κοντά, 1/4σο η σκέψη μου στην ύπαρξή σου. Περιεχόμενα ΕΓΡΑΨΑ ΣΤΙΧΟΥΣ Aναψα φωτιά με κέδρους κι ήμουν μόνος. Κουβέντιασα μαζί σου κι ήρθε μπροστά μου ο κόσμος όλος. Ζεστάθηκα κι ένοιωσα σταλαγματιές στις άκρες του είναι μου. Λογάριασα τα χρόνια που πέρασαν τα χρόνια που μένουν. Έφραψα στίχους κι έκανα ζωγραφιές. Ξεδίψασα γι'απόψε. Το πρωί έψαξα για τη μορφή σου. Είχες φύγει. Περιεχόμενα ΕΓΡΑΨΑ ΣΤΙΧΟΥΣ Aναψα φωτιά με κέδρους κι ήμουν μόνος. Κουβέντιασα μαζί σου κι ήρθε μπροστά μου ο κόσμος όλος. Ζεστάθηκα κι ένοιωσα σταλαγματιές στις άκρες του είναι μου. Λογάριασα τα χρόνια που πέρασαν τα χρόνια που μένουν. Έφραψα στίχους κι έκανα ζωγραφιές. Ξεδίψασα γι'απόψε. Το πρωί έψαξα για τη μορφή σου. Είχες φύγει. Περιεχόμενα ΑΙΣΘΗΣΕΙΣ Την είδε να παλεύει κι έγινε μαχητής. Την άκουσε να τραγουδά κι έγινε ποιητής. Αγάπησε. Γεύτηκε την αρμύρα της κι έγινε άνδρας. Χάϊδεψε τ' αγγίγματά της, τον μέθυσε η ευωδιά της και συλλογίστηκε: "Σημεία, γλώσσα και συμπεριφορά" είν' η ζωή και τ' όνομα της θάλασσας ταυτόσημο μ' αυτές...που είναι τόσο λίγες. Και να σκεφθείς... Ο Τζωρτζ Σανταϊάνα δεν έζησε ποτέ κοντά στη θάλασσα. Περιεχόμενα ΣΤΗ ΧΩΡΑ ΤΩΝ ΦΑΙΑΚΩΝ Στη χώρα των Φαιάκων την συνάντησε κι ως άντεξε τον πειρασμό, την Πηνελόπη του θυμήθηκε κι αυτός. Μα χθες στο νου του ήρθε πάλιν, εκείνης η μορφή καθώς θαυμάζει την Αφροδίτη στο Νησί κοντά στους βράχους. Ιδέστε την... Χωρίς υφάδι και κλωστή Πουκάμισο Ολόσωμα απλώνει Φτιαγμένο Με ηλιοβελόνες του Καλοκαιριού Μ'ελληνικό μετάξι. Ιδέστε το προσεχτικά Γυμνή!! Πώς της ταιριάζει... Τώρα στη χώρα των Φαιάκων που βρίσκεται ξανά, με σιγουριά αναρωτιέται: Γυμνή τη Ναυσικά αν είχε δει, θα γύριζε ο Οδυσσέας στην Ιθάκη; Περιεχόμενα ΣΤΗ ΧΩΡΑ ΤΩΝ ΦΑΙΑΚΩΝ Στη χώρα των Φαιάκων την συνάντησε κι ως άντεξε τον πειρασμό, την Πηνελόπη του θυμήθηκε κι αυτός. Μα χθες στο νου του ήρθε πάλιν, εκείνης η μορφή καθώς θαυμάζει την Αφροδίτη στο Νησί κοντά στους βράχους. Ιδέστε την... Χωρίς υφάδι και κλωστή Πουκάμισο Ολόσωμα απλώνει Φτιαγμένο Με ηλιοβελόνες του Καλοκαιριού Μ'ελληνικό μετάξι. Ιδέστε το προσεχτικά Γυμνή!! Πώς της ταιριάζει... Τώρα στη χώρα των Φαιάκων που βρίσκεται ξανά, με σιγουριά αναρωτιέται: Γυμνή τη Ναυσικά αν είχε δει, θα γύριζε ο Οδυσσέας στην Ιθάκη; Περιεχόμενα ΚΥΚΛΟΣ Στης νιότης μας το πανηγύρι Στους δρόμους, στο πλακόστρωτο Μέσ'στο λιοπύρι Πατάμε τα σταφύλια της οργής μας. Στο ζύγισμα του χρόνου της ζωής, Τα μεσημέρια κρυφοπερπατάμε Σε κάποιες γειτονιές, που αγαπάμε, Αυτές π'αφήσαμε, σ'αυτές γυρνάμε. Σ'απόκρυφες γωνιές και στις αυλές Των πατρικών σπιτιών, Τους θησαυρούς που είχαμε, τα όνειρά μας, Φωνές της μάνας, της γιαγιάς, αποζητάμε. Μεγαλώνουμε. 1/4λα τριγύρω μας φαίνονται στενά, Τα πιο γνωστά Αυτά που άλλοτε τα βρίσκαμε μικρά, Απλώνονται, μέσα μας δεν χωράνε. Γερνάμε, Με των παιδιών μας τα παιδιά Γινόμαστε ένα Και στα βαθιά μας γηρατιά Καλό ταξίδι να'χουμε, ζητάμε. Περιεχόμενα ΤΙ ΕΓΙΝΕ; Φθάσαμε στον τόπο προορισμού κι ο τόπος είναι έρημος κι είμαστε μόνοι. Πώς έγινε; Πού είναι η συνάντηση που ονειρευτήκαμε, φθάσαμε νωρίς ή αργήσαμε; Τι έγινε; Περιεχόμενα ΚΑΜΠΗ Κουράστηκα ασύμμετρες γραμμές να μεγαλώνω στους κύκλους τους ομόκεντρους βαθμούς να συγκεντρώνω· με το διαβήτη να μετρώ τη λογικής το νήμα, αταίριαστα ν'ακολουθώ της Αγοράς το βήμα. Κουράστηκα να απωθώ τους ήχους της ψυχής μου την ομορφιά της σκέψης μου να κρύβω κι η μορφή μου, μες στον καθρέφτη τον θαμπό να δείχνεται σαν να'ναι ξένη σε μένα κι άγνωστη, ξένη...σε ξένη χώρα. Νιώθω να ήρθε η στιγμή έτσι να ξαλαφρώσω τα μυστικά που φύλαξα αυτά να φανερώσω κι αδέσμευτος να πορευθώ κατά την ανηφόρα εκεί που είναι οι πηγές, γυμνές, αθέατες κορφές. Περιεχόμενα ΑΝ ΕΙΝΑΙ... Αν είναι για καλό τότε εμπρός. Αν είναι για κακό τότε πίσω. Αν είναι (για) να φανείς τότε κρύψου... Μ'αν πρέπει να σε δουν τότε Αναστήσου. Περιεχόμενα Η ΠΕΤΡΑ ΣΥΛΛΟΓΙΕΤΑΙ Η πέτρα στο καμίνι συλλογιέται... τους Πύργους που στόλισε κι αυτούς τους λερωμένους τοίχους που θέλει τώρα ν'ασπρίσει και ψήνεται. Περιεχόμενα ΕΚΛΕΙΨΗ Κάθε πρωί ο ήλιος ανέβαινε το βουνό και μου'φερνε χαιρετίσματα μ'ένα λουλούδι της πασχαλιάς. Το φεγγάρι κρυμμένο χαμογελούσε περιμένοντας να'ρθεί το σκοτάδι: το φως της πίσω πλευράς. Εγώ καβαλάρης στη ράχη της γης καρτερούσα τη σύμπτωση. Παίζαμε έτσι κρυφτό ο ήλιος, το φεγγάρι κι εγώ. Κι ήρθε η στιγμή. Το μεσημέρι ο ήλιος μισοκρύφτηκε... Τον κοίταξα με γυμνό μάτι και μου το πλήγωσε *Αν κοιτούσα τον ήλιο με τα μάτια κλειστά; Περιεχόμενα ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ Ποιος είπε πως δεν έχει φως τις νύχτες που η Άνοιξη τον τοκετό των λουλουδιών φροντίζει! Περιεχόμενα ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ Το λειβάδι περιμένει να του δοθεί η δροσιά, που έστειλε στους ουρανούς στις ώρες της ευτυχίας του. Το τζιτζίκι άλλαξε φορεσιά κι η κραυγή του έγινε προσευχή τις θερμές ώρες της αναζήτησης. Η γης μοιάζει μαχαιρωμένη τούτη την εποχή, που οι άνθρωποι λησμόνησαν τους καρπούς που τους χάρισε. Είναι καιρός να περπατήσω στο δάσος. Ανάμεσα στις φυλλωσιές να νιώσω την ανάσα του την ώρα της μετάλλαξης. Εκεί να δεχθώ τις πρώτες σταλαγματιές της βροχής. Δενδογαλιάς πουκάμισο κρατώ για φυλαχτό μου. Το που αγαπώ μεγαλώνει εντός μου. Το που δικαιούμαι μου δίνεται άνωθεν. Ακούω τη βροχή να πλησιάζει. Φθινόπωρο. Περιεχόμενα ΦΑΝΕΡΩΣΗ Άγγιξα για μια στιγμή με της ψυχής τα δάκτυλα το άγνωστο και καθαρά μου φανερώθη, το αφανέρωτο στο νου: Το Θείο. Γεύτηκα την ευωδιά μετάληψης απ'τον καρπό της άμπελος που βύζαξε το άρωμα της γης κι έτσι που νοιώθω, βρίσκω την αρμονία της ζωής, μέσα στη φύση, Μέσα μου. Περιεχόμενα ΦΑΝΕΡΩΣΗ Άγγιξα για μια στιγμή με της ψυχής τα δάκτυλα το άγνωστο και καθαρά μου φανερώθη, το αφανέρωτο στο νου: Το Θείο. Γεύτηκα την ευωδιά μετάληψης απ'τον καρπό της άμπελος που βύζαξε το άρωμα της γης κι έτσι που νοιώθω, βρίσκω την αρμονία της ζωής, μέσα στη φύση, Μέσα μου. Περιεχόμενα ΑΝΑΦΟΡΑ Αρπακτικό με προσωπίδα ομορφιάς φτερούγισε· το λιγοστό ψωμί θέλησε να μου πάρει, -έτσι το είδα-κι αρνήθηκα. Δεν ξέρω. Ήταν του έρωτα ο Θεός; Το φτερωτό ήταν το άλογο που πρωτοείδα ζωγραφιά σε σήμα εμπορικό; Δεν ξέρω. Αν πω με ξέχασε, δεν είν' αλήθεια. Κρυμμένο σαν τον παλιό το θησαυρό με καρτερούσε, τα πρώτα μου τα βήματα να θυμηθώ, λίγο νερό, δροσιά στον πόνο μου να βρω. Έτσι θυμήθηκα. Πώς να ξεχάσω το καλό! Της μοναξιάς μου η συντροφιά του ίσκιου του η παρουσία με τα πολύχρωμα φτερά, λευκαίνει την ψυχή μου. ΔΡΑΠΕΤΗΣ Θαμπό της μοναξιάς ξημέρωμα· κι είδα τους Αργοναύτες ηλιοκαμένους στα κουπιά και τ'όνειρο -μια σαϊτιά- ταχύ του γλάρου πέρασμα... κι οι Πέτρες μαρμαρώσαν. Άνοιξαν τα παράθυρα. Δραπέτευσε η ψυχή μου. Περιεχόμενα ΜΕΤΑΛΛΑΞΗ Στο καμίνι του χώρου Ο Λόγος πυρώνει το πνεύμα. Εντός (μου) ο χρόνος βιώνει. Το φως Την ψυχή καταυγάζον Μεταλλάσει τη γνώση σε: «Γνωθι σαυτόν». Και το πέραν; Ω! το πέραν...τη γλυκύτητα φέρει Της άϋλης γεύσης, Την ώραν εκείνη Που οι αισθήσεις (μου) αδρανούν. Ω! της χαράς Της μετάλλαξης λύτρωση. Ω! της γλυκύτητας Αφανέρωτη ύπαρξη! Περιεχόμενα ΕΔΩ ΑΚΟΥΜΠΑΕΙ Η ΨΥΧΗ ΜΟΥ Ηλιοκαμένα σώματα λουσμένα στο φως νοσταλγούν τα χρώματα της γης που τα γέννησε. Λήκυθοι και μετώπες και στολίδια νεκρών έξω από τη χώρα τους πενθούν την ύπαρξή τους. Από μακρυά ακούω το βουβό κλάμα της όμορφης Κόρης της Μήλου, το ποδοβολητό των σταυλισμένων αλόγων. Αναστάσιμος καλπασμός της παλινόστησης με κατέχει... Σε γυμνά μαρμάρινα σώματα ακουμπώ τη ψυχή μου και νιώθω τη μετάλλαξη της ύλης σε πνεύμα. Αθάνατη Τέχνη που τις παριές των νεκρών μέσα μου ζωντανεύεις δέξου το θαυμασμό και εμού, Ενός...ταπεινού οδοιπόρου. Περιεχόμενα Χωρίς τίτλο Αγκάλιασα τον κορμό ενός δένδρου κι άκουσα τη φωνή του δάσους. Περιεχόμενα Χωρίς τίτλο 1/4ταν ο λόγος επιβαίνει της ψυχής και το μέτρον της αρμονίας η Μούσα παραμένει άγαμος. Περιεχόμενα Η ΓΛΥΚΥΤΗΤΑ ΤΗΣ Α·Υ·ΛΗΣ ΓΕΥΣΗΣ Μέσα απ'τις ουράνιες σχισμές παρακολούθησα την πορεία της ύπαρξής μου. Η αποκόλληση υπήρξε στιγμιαία. Το σώμα έγινε διαφανές, όπως το φως και η σκιά σχηματοποιήθηκε στο σκοτάδι. Ανάμεσα στα δύο, ο ανθρώπινος λόγος δεν λειτουργούσε... Η συνειδητοποίηση του παράξενου, επέφερε τη συγκόλληση. Περιεχόμενα ΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ Ρήτορες κατά σιτοπωλών αδέσμευτοι από τα κέρδη των εμπόρων πορεύονται κατά την ανηφόρα... εκεί που είναι οι πηγές. Στο τέλος τα χειροκροτήματα απ' τις σπηλιές των ζωντανών εκεί... που ψάχνουν τους νεκρούς για να τους ανακρίνουν. Περιεχόμενα Χωρίς τίτλο Τ'ατσάλι στη φωτιά κοκκινίζει... από ντροπή ή περηφάνεια ανάλογα το Σιδερά. Περιεχόμενα ΔΕΛΦΙΚΗ ΥΠΟΣΧΕΣΗ Είπα, εδώ να μείνω. Γυμνός να βυθισθώ στους χρόνους τους αλλοτινούς. Για τους κατοπινούς στα μυστικά να μυηθώ και να τα πω όπως τα είδα. Τίποτα πιο σκοτεινό στην καθαριότητά του, τίποτα πιο φωτεινό μέσα στην καταχνιά δεν είδα. Εδώ, είπα, θα μείνω. Εδώ, κι ας αδικήθηκα. Εδώ, να δικαστώ. Εδώ θα μείνω. Περιεχόμενα ΤΗΣ ΜΝΗΜΟΣΥΝΗΣ Στον Θεόδωρο Γεωργιάκο Θέλω το ανθογυάλι μου με λέξεις να στολίσω με της Κνωσσός τα χρώματα θέλω να ζωγραφίσω. Ανάμεσα στα θρύμματα, στο φως να περπατήσω με του Πινδάρου τη λαλιά απλά να σου μιλήσω. Φθινόπωρο να βυθισθώ στου ποταμού την κοίτη κι ως είν' η κοίτη του βαθιά βαθύς να'ναι κι ο λόγος ανάλαφρα μεταλλικός καθώς ταιριάζει, δωρικός. Θέλω...δεν είναι αρκετό. Ας μου δοθεί η χάρις να γίνει έτσι ως ποθώ μαζί σου να γιορτάσω, της Μνημοσύνης το νερό να πιώ, να ξεδιψάσω. Περιεχόμενα ΠΕΡΙΜΕΝΟΥΝ... Ποια είναι η δική σου γης; Ποια είναι τ' όνειρά σου; Σε ποιο σκαλί ανέβηκες; Πού είναι τα φτερά σου; Δική μου γης, η χώρα μου. Φτερούγες θε να φτιάξω, κάθε σκαλί κι ένα φτερό και συντροφιά με τον αετό γρήγορα θα πετάξω. Δική μου γης, η χώρα μου και του Ολύμπου οι θεοί ίδιοι πάντα θα μένουν πρώτο σκαλί στη σκέψη μου αυτοί που περιμένουν. Περιεχόμενα ΜΙΛΟΥΣΑΝ Το ένιωσα σαν προσταγή κι ανέβηκα στο Βράχο. Αργά περπάτησα στην κορυφή να δω τη θάλασσα, να βρω το φως. Δεν είδα θάλασσες ούτε και ήλιους. Τα κίτρινα σύννεφα και οι αντένες ανέστρεψαν το μέσα φως μου. Μην προχωρείς, για λίγο στάσου, άκουσα τότε να μου λένε· ένα απέραντο λευκό είναι ο χώρος της σιωπής. Έσκυψα εντός..εντός μου κι ήρθαν μορφές γνωστές εμπρός μου, φωνές αιώνιες, φωνές προγόνων· τα μάρμαρα μιλούσαν. Περιεχόμενα Η ΑΡΠΑΓΗ ΤΗΣ ΕΛΕΝΗΣ ΕΓΙΝΕ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ Η Αφροδίτη στο Νησί που πήρε τ'όνομά της κι η Ναυσικά π'αγάπησε στη χώρα των Φαιάκων ίδιο πουκάμισο φορούν· ίδιο με της Ελένης. Αέρινο, ανόμοιαστο, απ'το νερό βγαλμένο με χρώμα στο κεραμυδί απ'τους θεούς σταλμένο, ποτέ δεν είναι αδειανό, ποτέ και φορεμένο. Τη λάμψη παίρνει της αυγής, την ομορφιά της νύχτας καθώς ο «κυκλοδίωκτος» αδιάκοπα αγκαλιάζει δένδρα γυμνά της θάλασσας, ρίζες αδελφοσύνης. Ιδέστε το προσεχτικά... Η Αφροδίτη, η Ναυσικά και η δική μου Ελένη ίδιο πουκάμισο φορούν. Περιεχόμενα