ΜΑΝΑ 1987. Είναι μερικοί μήνες τώρα, που νιώθω λίγο πεσμένος ψυχολογικά. Λίγο γιατί η δουλειά μου δεν πάει καλά, λίγο που ο χειμώνας κάνει δύσκολες τις μετακινήσεις, όμως, το πιο πολύ είναι που μετρώντας τα χρόνια μου βλέπω πως η ζωή πέρασε και σήμερα μετράω, ετών 63. Έχω περάσει πολλά βράδια μετρώντας πολλά πράγματα από την μέχρι τώρα ζωή μου. Έτσι, μετρώντας και σκαλίζοντας γυρίζω πολλά χρόνια πίσω και ξανάρχονται στο μυαλό μου χίλια δυο επεισόδια-γεγονότα, που σημάδεψαν τη ζωή μου και που αναπολώντας τα, μου δημιουργούν ερωτηματικά και συναισθήματα που αναρωτιέμαι αν πρέπει να τα σκαλίζω ή να τ' αφήσω καταχωνιασμένα, όπως τόσα χρόνια έκανα. 1/4μως, κάθε δύναμη ή ενέργεια που πάει μπροστά, αν βρει εμπόδιο ή σταματάει ή γυρίζει πίσω, κάπως έτσι γίνεται νομίζω. Έτσι κάνει και ο στρατοκόπος, έτσι γίνεται και με της ζωής τη στράτα. 1/4μως άρχισα να γράφω κάτι σαν βιογραφία, ας πούμε, χωρίς να συστηθώ για το ποιος είμαι. Ονομάζομαι Γιώργος Μοσχολιός του Μιχαήλ και της Παναγιώτας. Γεννήθηκα στις 14 Σεπτεμβρίου 1924, ημέρα του Σταυρού, στα Καστέλια της Παρνασσίδας. Έτσι γράφει η ταυτότητα μου. Άλλοι τα γράψανε. Εγώ συμπληρώνω πως είμαι επαγγελματίας οδηγός αυτοκινήτων από το 1948. Άλλα διαπιστευτήρια δεν έχω. Σκέφτηκα πως αυτά που θα γράψω παρακάτω πρέπει να 'ναι αλήθειες για να δίνουν μια σωστή εικόνα για το ποιος είμαι. Η 14η Σεπτεμβρίου είναι η γιορτή του Σταυρού. Είναι η ημέρα των γενεθλίων μου. Γενέθλια μ' ένα σταυρό που τις περισσότερες φορές ήταν σταυρός μαρτυρίου. Πέθανε η μάνα μου όταν εγώ ήμουν μικρός. Πριν πεθάνει ήταν δύο χρόνια άρρωστη κλεισμένη στο σανατόριο στη Λαμία. Ένιωσα την ορφάνια σε μία ηλικία που είχα ανάγκη την αγάπη και τη στοργή της μάνας, όπως κάθε μικρό παιδί. Μου έλειψε η αγάπη, η φροντίδα, η στοργή, η ζεστασιά, όλα αυτά που μόνο η μάνα μπορεί να τα δώσει. Έτσι, ακόμα αναρωτιέμαι, αν κάπου αλλού τα βρήκα αφού δεν έχω μέτρο σύγκρισης. Μέσα μου υπάρχει ένα κενό και ένα αναπάντητο ερωτηματικό. Απ' ό,τι μάθαινα αυτά τα χρόνια από τις θείες μου και από τη γιαγιά μου, αλλά και από αμυδρές θύμισες δικές μου, η μάνα μου ήταν ένας άξιος άνθρωπος, καλή σύζυγος, καλή αγρότισσα, έξυπνη και καλοσυνάτη. Ακόμα μου λέγαν πως ήταν μια όμορφη και κομψή γυναίκα για κείνη την εποχή. Θυμάμαι πως, μαζί με τον πατέρα, έκανε όλες τις δουλειές τις αγροτικές. Θυμάμαι να 'χει στον αχυρώνα ζωντανά διάφορα, γουρουνάκι, προβατίνα, κατσίκα, κότες και ένα περήφανο άλογο, τον Γιάκο, ένα άλογο ψηλό, δυνατό και γρήγορο. Ακόμα να 'χει, εκτός από μένα, να 'χει και τον μικρότερο αδερφό μου το Νίκο. Εγώ ένα γκρινιάρικο και αρρωστιάρικο παιδί, όπως μου λένε οι μεγαλύτεροι, μέχρι που πέθανε η μάνα ήμουν πάντα άρρωστος με υψηλό πυρετό , από ελονοσία. Πότε ζωντάνευα και πότε πέθαινα. Τα σημάδια στον πισινό μου απ' τις ενέσεις κινίνης που αφορμίζανε δείχνουν του λόγου το αληθές. Ακόμα, πως σαν πέθανε η μάνα δεν ξαναρρώστησα. Έτσι είναι, έτσι μου λέγανε, πέθανε αυτή κι έζησα εγώ. 1/4ταν κανείς μεγαλώνει μ' αυτές τις σκέψεις, μ' αυτά τα λεγόμενα, πως ίσως άθελά μου φταίω που πέθανε η μάνα, όταν νιώθεις τέτοιες ενοχές, όταν σε βασανίζουν τόσα ερωτηματικά, χάνεις τον εαυτό σου. Τον μισεις, όταν είσαι μικρός, ανώριμος και δεν μπορείς να δώσεις λογικές εξηγήσεις. Μάνα, μου έλειψες πολύ. Πολλές νύχτες έκλαιγα μόνος, χωρίς να είναι κανείς δίπλα μου, όχι για να μου δώσει αγάπη, γιατί η αγάπη της μάνας είναι αναντικατάστατη, αλλά για να μου πει δύο λόγια παρηγοριάς, έστω πως δεν φταίω για τον χαμό σου. Φύτεψα δύο κυπαρίσσια δίπλα στον τάφο σου, όταν ήμουν μαθητής στο δημοτικό, για να μου θυμίζουν και σήμερα σε ποιο σημείο ακριβώς ήσουνα θαμμένη. Είχαμε πάει όλο το σχολείο και οι δασκάλοι, να βάλουμε κυπαρίσσια στο νεκροταφείο. Ανοίγανε τρύπες. Σε ίσες αποστάσεις το 'να με τ' άλλο. Εγώ άνοιξα στον τάφο σου, κοντά-κοντά δύο τρύπες, φύτεψα τα κυπαρίσσια. Ο δάσκαλος με είδε, όμως δε με μάλωσε που χάλασα τη διάταξη. Το θυμάμαι και πάντα ένιωθα γι' αυτόν έναν απέραντο σεβασμό. Ήταν ο καλός μας δάσκαλος Αθανάσης Αποστολόπουλος. Σήμερα, δηλαδή 1987, έφτιαξα ένα μικρό σπιτάκι στην Ανασκελούρα στο χωράφι που το 'χες προίκα από τους γονιούς σου, σ' αυτό το χωράφι που πάλευες με τ' αγριόχορτα και το σκληρό χώμα να φυτρώσεις καπνό, σ' αυτό έφτιαξα το σπιτάκι σαν μνημείο και ανάμνηση. Μετά το θάνατό σου η ζωή μου δυσκόλεψε, δεν έζησες, θα είχες τη χαρά να δεις πως έγινα άντρας, παντρεύτηκα, έχω δύο παιδιά, την Παναγιώτα για σένα και τον Μιχάλη για τον πατέρα. Δεν έζησες για να 'χεις τη χαρά να με καμαρώνεις, γιατί ήμουν ένα μελαχρινό σγουρόμαλλο αγόρι, καλοσυνάτο, μελαγχολικό. Μελαγχολικό γιατί τίποτα δεν μπορούσε να αναπληρώσει τη δική σου αγάπη, τη δική σου παρουσία. Στο δημοτικό σχολείο μαζί μ' ένα τσούρμο γειτονόπουλα πέρασα τα χρόνια σαν καλός μαθητής, προσεχτικός στα παιγνίδια μας, μη ματώσω ή χτυπήσω, γιατί σίγουρα η μητριά δεν ήξερα πως θα με υποδεχτεί, γιατί ο πατέρας ξαναπαντρεύτηκε κι αργότερα άλλα δύο κουτσούβελα, ο Γιάννης και η Τούλα ήλθαν από την καινούργια μάνα. Ο Νίκος, ο μετά από εμένα, είναι δικό σου παιδί. Ο ομογάλακτος αδελφός μου μεγάλωσε κι αυτός, σήμερα είναι φτιαγμένος οικονομικά και φτασμένος επιστήμονας. Μαζί μ' αυτόν μοιραστήκαμε την πίκρα, την ορφάνια και τη ζωή. 1/4μως η στερνή σου η γέννα ήταν ένα αγόρι ακόμα τριών ετών όταν μας άφησες. Αυτό το παιδί το υιοθέτησαν σ' αυτή την ηλικία και από τότε, κι αφού μεγαλώσαμε, ο Νίκος το εζήτησε, μάθαμε ότι είναι πολύ καλά, έχει παντρευτεί, όμως δεν έπρεπε να μάθει, γιατί ίσως του ανατρέπαμε τα πιστεύω του και τόσα άλλα, γιατί γνώρισε τους θετούς του γονείς σαν αληθινούς. Έτσι σταμάτησε σ' αυτό το σημείο όλη αυτή η θλιβερή ιστορία που την έβλεπα σα δίκοπο μαχαίρι. ΠΟΛΕΜΟΣ ΚΙ ΑΝΤΑΡΤΙΚΟ Το 1941 ο πόλεμος με βρήκε στο χωριό. Ήμουν ένα αγροτόπαιδο πριν, είχα πάει δύο-τρία χρόνια γυμνάσιο. Δεν τα πήγαινα καλά σα μαθητής. Ο πατέρας με πήρε να μάθω τη ζωή του αγρότη είχε πολλά χωράφια, αμπέλια πολλοί εργάτες ήταν στη δούλεψή του. Μπήκανε οι Γερμανοί στο χωριό. Οι περισσότεροι χωριανοί καθώς και η οικογένειά μου είχαν φύγει ψηλά στην Γκιόνα, σε σπηλιές-κρυψώνες. Στο χωριό είχαν μείνει καμία δεκαριά άνθρωποι. Εκεί στην πλατεία του χωριού άρχισαν οι στρατιώτες να ξεφορτώνουν από τα μουλάρια όλμους, πολυβόλα, αυτόματα όπλα. Πρώτη φορά έβλεπα κάτι τέτοιο. Πριν από δύο-τρεις μέρες οι Εγγλέζοι που είχαν στρατοπεδεύσει μέσα στον κάμπο αλλά και σ' αποθήκες του χωριού, έφυγαν εγκαταλείποντας πολλά εφόδια γιατί αιφνιδιάστηκαν. Έτσι πριν φτάσουνε οι Γερμανοί, εγώ μαζί με τους άλλους που ήμασταν στο χωριό, τη νύχτα κλέβαμε από τις αποθήκες ρούχα, παπούτσια, πετσέτες κουνουπιέρες. Είχα γεμίσει τη μάντρα του σπιτιού. 1/4μως όταν μπήκαν οι Γερμανοί, κάναν έρευνα και μου τα πήρανε. 1/4μως, κάτι κατάφερα κι έκρυψα. Λίγες κουνουπιέρες που αργότερα τις έκανε η μητριά κουρτίνες. Λίγες πετσέτες μπάνιου έγιναν κουβέρτες, δύο-τρία ζευγάρια άρβυλα, ένα αντίσκηνο που έγινε παντελόνια πολύχρωμα. Χρόνια δύσκολα, κατοχή, λίγα τρόφιμα, αρρώστιες, φόβος, ο πόλεμος συνεχιζότανε σ' άλλα κράτη, Ρωσία, Αφρική, Ασία, Ιαπωνία. Μ' αυτές τις συνθήκες ήταν δύσκολο να επιβιώσεις. Έπρεπε να μάθω να προστατεύω τον εαυτό μου και να φυλάγομαι από κάθε κακοτοπιά. Έτσι ζούσαμε τότε όλοι με φόβο και με ανασφάλεια και για την επόμενη ημέρα. Αρχίσαμε να κάνουμε κρυψώνες για τα τρόφιμα και για τα προϊόντα που βγάζαμε δουλεύοντας τη γη, μαζευόμασταν νωρίς πριν νυχτώσει στα σπίτια, και γενικά υπήρχε μια άγραφη συμμαχία μεταξύ μας. Είχε πολύ πείνα, τα τρόφιμα λιγόστευαν γιατί μας παίρναν ένα μεγάλο μέρος οι Γερμανοί και οι Ιταλοί. Στα αστικά κέντρα ο κόσμος πέθαινε από ασιτία, γι' αυτό πολλοί έφευγαν από την Αθήνα παίρνοντας μαζί τους ό,τι είχε αξία για να το ανταλλάξουν με λίγο ψωμί. Έφερναν μαζί τους χρυσαφικά, έπιπλα, ρούχα, είδη κουζίνας, ακόμα μερικοί πουλούσαν και τα σπίτια τους στην πόλη για ένα τσουβάλι αλεύρι. Πολλοί από αυτούς για να επιβιώσουν έκαναν τάχα πως θέλουν χωριατοπούλα για γάμο κι άρχισαν τα πρώτα συνοικέσια. Οι χωριατοπούλες άκουγαν Αθηναίος-Πειραιώτης, τα τόσα καλά που άκουγαν για τις μεγάλες πόλεις, χωρίς να ξέρουν τότε, ούτε γεωγραφικά που βρίσκονται αυτές οι όμορφες πόλεις. Δεν είχαν αντίρρηση για τον υποψήφιο γαμπρό ο οποίος για προίκα ζητούσε στάρι, καλαμπόκι, φακή, φασόλια, τα οποία μεταπουλούσε κι όλα ήταν καλά. Πολλές από αυτές τις προξενιές στεριώσαν, όμως οι περισσότερες κράτησαν όσο κράτησε ο πόλεμος ή τα τρόφιμα. Αυτά τα γεγονότα μου έδωσαν το ερέθισμα να κάνουμε σάτιρα. Γράψαμε στοίχους και τους μελοποιήσαμε πάνω στη μουσική ενός τραγουδιού το Μπελ Αμί. Ήταν οι πρώτες πολιτιστικές εκδηλώσεις ας πούμε, της εποχής: « οι γαμπροί θέλουν προίκα πολλή - καλαμπόκι στάρι και φακή - κι όλα αυτά προσωρινά - για τη μάσα μοναχά - σε λίγο καιρό θα 'χουν φτερά - γι' αυτό κι εγώ μια συμβουλή θα πω - στις τσούπρες του χωριού που είναι εδώ - μην κάνετε κι εσείς τα ίδια λάθη - γιατί μετά θα μείνετε στο ράφι » . Είχε πολλούς στίχους, κάναμε θεατρικές παραστάσεις, παίξαμε τ' αρραβωνιάσματα του Μπόγρη, πολλά έργα που σήμερα δε συγκρατώ τους τίτλου. Εκείνο όμως που πραγματικά είχε επιτυχία, ήταν όταν κρατώντας ένα τηλεβόα αντί για μικρόφωνο, τραγουδούσα τραγούδια λίγο σόκιν για τα έθιμα εκείνης της εποχής. 1/4πως το τραγούδι η Κοντύλω, που της έλεγε ο τσοπάνος:« έλα να κάτσουμε στη βρυσούλα που σα πέρδικα λαλεί - το φουστάνι δε θα σου σηκώσω - έλα τσούπρα να σου δώσω μοναχά ένα φιλί ». 1/4πως και «η χήρα η λεβεντονιά - γι' αυτήν ο μήνας έχει εννιά - στις οχτώ του μακαρίτη - άλλον βάζει στο σπίτι». Ήμουν γεμάτος ενθουσιασμό και κουράγιο για μπροστά. 1/4ταν ξεκίνησε να οργανώνεται ο κόσμος το 1942, για να κάνει αντίσταση στον κατακτητή, οργανώθηκα κι εγώ στην ΕΠΟΝ, και μ' αυτές τις εκδηλώσεις προσπαθούσαμε να γλυκάνουμε λίγο την σκλαβιά. Τόσο στο δημοτικό όπως κι αργότερα στο γυμνάσιο, στην ιστορία μαθαίναμε για την επανάσταση του 1821, γι αρματολούς για 400 χρόνια τουρκοκρατία, για Φιλική Εταιρεία και τόσα άλλα που έδειχναν πως η ελευθερία δε χαρίζεται αλλά κατακτιέται. Αυτά μ' έκαναν να καταταγώ ως ένοπλος ΕΠΟΝίτης στον απελευθερωτικό στρατό, στον Ελληνικό Λαϊκό Απελευθερωτικό Στρατό. Έτσι, την άνοιξη του 1942 μαζί με τον Γιώργο Σταματέλο, αφού πήρα ένα όπλο που είχε κρύψει ο πατέρας μου από το 1924 που ήταν φαντάρος στο Εσκί Σεχίρ της Μικράς Ασίας, μια αραβίδα Μάλινχερ, ξεκινήσαμε για την Κουκουβίστα-Μαυρολιθάρι να συναντήσουμε τα οργανωμένα τμήματα του ΕΛΑΣ. Για λόγους ασφαλείας όλοι οι αντάρτες είχαμε ψευδώνυμα για να μη ξέρουν οι κατακτητές, αλλά και οι ντόπιοι προδότες, ποιοι είμαστε και έχουν αντίποινα οι οικογένειες μας. Εγώ ήμουν ο Πολυδεύκης κι ο άλλος ο Κάστωρ. Ονόματα παρμένα από την ελληνική μυθολογία που έδειχναν και την αγάπη που οι δύο φίλοι είχαμε. Τώρα μεγάλοι, σπάνια βρισκόμαστε καθένας πήρε αργότερα το δρόμο του. 1/4ταν φτάσαμε στο Μαυρολιθάρι περπατώντας περίπου οκτώ ώρες και βρεθήκαμε στο χώρο που ζούσαν όλοι μαζί οι αντάρτες, εκκλησία-δημοτικό-σχολεία και σε σπίτια είδα πόσο δύσκολα είναι, πολύ ψείρα, λίγο φαγητό, ρούχα σχισμένα, πρόσωπα σκληρά, βασανισμένα αλλά κι αποφασισμένα. Την άλλη μέρα μαζί με κάτι καινούργιους δώσαμε τον όρκο του αντάρτη. Το βράδυ πέρασα από το δημοτικό σχολείο που ήτο και η έδρα της διοίκησης. Βλέπω έναν κρατούμενο που τον είχαν βασανίσει ως αντιφρονούντα και στεναχωρέθηκα. Άρχισα να χάνω τον ενθουσιασμό μου. Ήταν η πρώτη εμπειρία, ήταν το πρώτο γεγονός που μ' έκανε να προσγειωθώ. Αυτός ο κρατούμενος ήταν ο μετά πεθερός του αδερφού μου, Γιακουμάκης στο επίθετο. Ο άνθρωπος αυτός επέζησε και όταν συμπεθερέψαμε και λέγαμε ιστορίες από την κατοχή θυμήθηκα ποιος είναι. Με την απελευθέρωση που ξαναοργανώθηκε ο ελληνικός στρατός ο Γιακουμάκης πήρε βαθμούς, ήταν αξιωματικός, κι αποστρατεύθηκε με το βαθμό του στρατηγού. Θεός σ'χωρές τον ήταν ωραίος χαρακτήρας και καλός Έλληνας, τον εκτιμούσα. Δύο-τρεις μέρες μετά στο Μαυρολιθάρι, ένα απόγευμα, κτυπάει η σάλπιγγα συγκέντρωση. Σε λίγο σχεδόν τρέχοντας κατηφορίσαμε όλο το τμήμα προς την πλευρά της Παύλιανης μας είχαν ειδοποιήσει πως ένα τάγμα Ιταλοί με μεταγωγικά και πλήρη οπλισμό βρίσκεται στη χαράδρα που οδηγεί στην Παύλιανη, ανέβαιναν για εκκαθαριστικές επιχειρήσεις. Πράγματι τους προλάβαμε στη χαράδρα κι αφού τους εγκλωβίσαμε άρχισε το τουφεκίδι. Η πρώτη σφαίρα που έριξα χτύπησε ψηλά σ' έναν έλατο θυμάμαι, κι από την εκπυρσοκρότηση ζαλίστηκα. Τα πράγματα ήταν δύσκολα. Πρώτη φορά πυροβολούσα, αυτό ήταν το βάφτισμα του πυρός. Ξαναγεμίζω και ρίχνω στο σωρό των Ιταλών. Τους είχαμε αιφνιδιάσει και προσπαθούσαν να οργανώσουν την άμυνα τους. Έστησαν κάποιο πολυβόλο κι από τον κρότο ήξερα περίπου σε ποια θέση βρίσκονταν. Έριχναν ριπές, μ' είχαν εντοπίσει και τα γύρω κλαδιά κοντά μου τα είχαν πετσοκόψει. Εγώ, πίσω από ένα πεσμένο κορμό από έλατο, είχα ταμπουρωθεί ενώ οι άλλοι αντάρτες είχαν προχωρήσει και δεν είχα επαφή μαζί τους. Άρχισε να σουρουπώνει και οι φλόγες που έβγαζε η κάνη από το πολυβόλο μου έδιναν το ακριβές σημείο που βρισκόντουσαν οι Ιταλοί. Μια ομάδα, όπως διαπίστωσα, από τέσσερις στρατιώτες. Που και που έριχνα κι εγώ καμία, όμως στη σκέψη πως όπως εγώ βλέπω τουφέκια κι έχω εντοπίσει τη θέση τους από τις φωτιές του πολυβόλου, έτσι κι αυτοί ξέρουν που είμαι και ίσως πως είμαι μόνος μου, λούφαξα για λίγη ώρα, γιατί σχεδόν είχε νυχτώσει. Έρποντας, απομακρύνθηκα από αυτό το σημείο σ' αρκετή απόσταση, και πίσω από μία πέτρα, ταμπουρώθηκα. Σιγά-σιγά ξημέρωσα. Κανένας κοντά μου, από μακριά άκουγα φωνές, άντρες και γυναίκες μιλούσαν, ξεθάρρεψα και ξεκίνησα με προφυλάξεις να συναντήσω τους άλλους. Μέσα στο δάσος αποπροσανατολίζεσαι, υπολόγισα περίπου που είμαι. Στο δρόμο μου βρήκα δύο-τρεις Ιταλούς σκοτωμένους, πήρα μία μανδύα, ένα αντίσκηνο ατομικό, έβγαλα τις κάλτσες τους γιατί τα παπούτσια τα είχαν πάρει οι άλλοι. Βρήκα λίγα τσιγάρα σε μια καραβάνα συσσιτίου και προχωρώντας βρέθηκα στην Παύλιανη την ώρα που γινόταν προσκλητήριο. Πολυδεύκης απών. Μαζί άλλα οχτώ άτομα απόντες. Είχαν αρχίσει να τραγουδάνε το «επέσατε θύματα αδέρφια εσείς», όταν παρουσιάστηκα. Οι εννιά έγιναν οχτώ κι έδωσα κάθε λεπτομέρεια για τη θέση που βρισκόμουνα τη νύχτα, πιστεύοντας πως το πολυβόλο είναι ακόμα εκεί. Οι Ιταλοί είχαν πάθει πανωλεθρία, πολλοί σκοτωμένοι, όσοι μπόρεσαν ξέφυγαν από τον κλοιό σ' άτακτο φυγή, επέστρεψαν στο δρόμο Μπράλου-Λαμίας, στο Πουρναράκι. Είχαμε πολλά λάφυρα, πολύ οπλισμό, ήταν μεγάλη επιτυχία. Tα χωριά βοήθησαν να τα συγκεντρώσουμε και να τα μεταφέρουμε, όμως εγώ επέμεινα στον καπετάν Νικηφόρο πως υπάρχει το πολυβόλο στη θέση που νύχτωσα. Το Νικηφόρο τον είχα γνωρίσει και ως μαθητή στο Γυμνάσιο στο Δαδί. Αυτός ήταν πέμπτη τάξη, εγώ δεύτερη. Με θυμόταν κι αυτός γιατί στις εκδρομές του σχολείου τραγουδούσα. Η καθηγήτρια ωδικής μ' είχε καμάρι της. Μ' έστειλε λοιπόν μαζί με πέντε αντάρτες ακόμα ν' ανιχνεύσουμε αν πράγματι είναι έτσι. 1/4ταν φτάσαμε στο σημείο που θυμόμουνα και αρχίσαμε να φωνάζουμε και να πυροβολούμε δεν είχαμε καμία απάντηση. Ένα παιδί ξεθάρρεψε πιστεύοντας πως δεν υπάρχουν Ιταλοί, σηκώθηκε πάνω για να πάει λίγο πιο πέρα. Εκείνη τη στιγμή του έριξε ριπή το πολυβόλο και τον χτύπησε χαμηλά στην κοιλιά. Ο συναγωνιστής έπεσε μπροστά μπρούμυτα κρατώντας την κοιλιά του. Θελήσαμε να τον πάρουμε κοντά μας αλλά μόλις σηκωθήκαμε δεχτήκαμε άλλη ριπή. Πέσαμε πάλι κάτω. Ο τραυματίας φώναζε, πόναγε, αμέσως αποφασίσαμε και σχεδιάσαμε τούτο. Ένας έρποντας, έπιασε τον τραυματία από τα πόδια, ένας άλλος έπιασε αυτόν από τα πόδια, έτσι είχαμε μπει όλοι στη σειρά για την διάσωση, κάνοντας το τρένο. Τραβώντας σιγά-σιγά ο ένας τον άλλον από τα ποδιά κρυφτήκαμε πάλι. Ο τραυματίας, ώσπου να μεταφερθεί και να του δοθεί βοήθεια, πέθανε από δυο κοιλιακά τραύματα. Αυτό το παιδί, ο ΕΠΟΝίτης πρέπει να ήταν απ' την Ιτέα. Τώρα ήμουν βέβαιος, όπως και οι άλλοι, για ό,τι έλεγα. Ένας από εμάς έτρεξε στο χωριό, βρήκε το Νικηφόρο, του είπε τα σχετικά και τους οδήγησε από την πίσω μεριά κι έτσι οι Ιταλοί παραδόθηκαν όταν είδαν ότι τους έχουμε κυκλώσει. Θυμάμαι ένα ψηλό παλικάρι Ιταλό, Μάριο τον έλεγαν, όταν παραδόθηκε είπε «άκουα-άκουα» κι εμείς οι γλωσσομαθείς του 'παμε «αφού άκουγες γιατί δεν έφευγες ή γιατί δεν παραδινόσουν». Καταλαβαίνετε συνεννόηση μηδέν, ο άνθρωπος ζητούσε νεράκι. Σήμερα είναι 13/12/87. Αυτό το αναφέρω γιατί η μέρα μου ήταν φορτωμένη από δουλειά. Έκανα δρομολόγια με το λεωφορείο Άμφισσα-Ιτέα-Αθήνα κι επιστροφή. Αυτό με κούρασε τόσο πολύ. Επί τη ευκαιρία θα πω δυο λόγια στα παιδιά μου. Πως σαν διαβάσουν την βιογραφία μου, ίσως δικαιολογήσουν τα νευρικά μου ξεσπάσματα. Άλλαξαν οι εποχές οι άνθρωποι και οι συνήθειες. 1/4μως αυτό που δεν θ' αλλάξει ποτέ είναι η αγάπη των γονέων για το παιδί τους χωρίς υστεροβουλία, χωρίς ανταλλάγματα. Αυτό το λέω όχι για να πω τίποτα καινούργιο, αλλά τούτο εδώ. Πως στον αγώνα για επιβίωση, όπως σε κάθε πόλεμο, υπάρχουν νικητές και ηττημένοι. Γίνε δυνατός για να κερδίσεις τη μάχη της ζωής. Εγώ έκανα το χρέος μου παλικαρίσια. Ούτε μου χρωστάτε ούτε σας χρωστάω. Γυρίζω πάλι στα παλιά. 1/4ταν συγκεντρώσαμε στην Παύλιανη τα λάφυρα από τη μάχη, ξεκινήσαμε νύχτα μαζί με χωρικούς, με ζώα φορτωμένα, ν' ανεβαίνουμε προς την Γκιόνα. Θέλαμε να πάμε σε μέρη που δύσκολα θα μας έβρισκαν. Ακολουθούσαμε την τακτική χτύπα και φεύγα. Ανάμεσα σε Άνω Μουσουνίτσα και Μαυρολιθάρι, μέσα σε δάσος από έλατα, στρατοπεδεύσαμε. Φτιάξαμε καλύβες. Τρώγοντας λίγο βραστό κρέας και λίγη μπομπότα μείναμε γύρω στις πέντε μέρες εκεί, στη συνέχεια, όλη η δύναμη πήγαμε σ' ένα χωριό το Λευκαδίτι κοντά στο Λιδορίκι. Ένα βράδυ μείναμε εκεί, την επόμενη τ' απόγευμα κινήσαμε, μέσα από φαράγγια και δύσβατα μονοπάτια, και ύστερα από ολονύχτια μαρτυρική πορεία ξημερώσαμε σ' ένα μέρος πάνω από την Άμφισσα. Τοπωνυμία Ταράτσα. Εγώ, μαζί με τον φίλο μου και συναγωνιστή μου Κάστορα, ξαπλώσαμε κατάκοποι δίπλα σε κάτι θάμνους και μας είχε πάρει ο ύπνος σχεδόν, όταν ακούσαμε τουφεκιές. Σαν σε όνειρο μου φάνηκε. 1/4μως αμέσως συνειδητοποίησα πως είμαι σε δύσκολη θέση, πως πρέπει να ξέρω τι γίνεται. Ακούω από ψηλά σ' ένα ταμπούρι να φωνάζουν, αδέρφια γιατί σκοτωνόμαστε; Κατάλαβα ότι απέναντι μου ήταν Έλληνες, ότι δεν ήταν εχθρός κι έτσι με ξαναπήρε ο ύπνος. Δεν ήμουν σε θέση να εκτιμήσω όντας ανώριμος γύρω από τα πολιτικά, όμως ορισμένα πράγματα που αντιμετώπισα αλλά και η πλύση εγκέφαλου που συχνά μας έκαναν, ότι δηλαδή έχουμε διμέτωπο αγώνα εναντίον του ξένου εχθρού αλλά και του ντόπιου, μ' έβαλαν σε συλλογισμό. Είδα ότι πέρα από αυτά που έλεγαν και κάτι αλλιώτικο κρυβόταν. Ίσως η επιβολή των ιδεών με βίαια μέσα. Αυτοί που φώναζαν αδέρφια γιατί σκοτωνόμαστε ήταν ένα μικρό ένοπλο τμήμα του 542 συντάγματος με αρχηγό τον Ψαρρό. Κι αυτοί γι' απελευθερωτικό αγώνα μιλούσαν, όμως για τον ΕΛΑΣ ήταν αντιφρονούντες, γι' αυτό και προσπάθησε να τους διαλύσει όπως κι έγινε αργότερα σε μια άλλη σύγκρουση στο Κλίμα Δωρίδος κοντά στη Ναύπακτο. 1/4ταν κάποια στιγμή ξυπνήσαμε με τον Κάστορα ήταν σχεδόν μεσημέρι. Τι είχε γίνει, χαμπάρι δεν πήραμε. 1/4μως βρισκόμαστε εγώ κι εκείνος μόνοι σ' άγνωστο μέρος. 1/4λοι είχαν αποσυρθεί. Ποια ήταν η έκβαση απ' αυτή τη σύγκρουση δε ξέραμε. Έφερα γύρω-γύρω τη μάτια μου κι είδα ένα γνωστό μέρος, το χωριό Σιγδίτσα, έτσι ήξερα πως βρισκόμαστε λίγες ώρες μακριά από το Καστέλι. Αποφασίσαμε να πάμε προς τα εκεί, αφού άλλο τρόπο διαφυγής ή επικοινωνίας δεν είχαμε. Κατηφορίσαμε σε μία ρεματιά και σε λίγο ξεπετάγονται μπροστά μας τέσσερις ένοπλοι αντάρτες με προτεταμένα όπλα και με ύφος εχθρικό. Μας δηλώνουν πως είμαστε αιχμάλωτοι του 542, μας πήραν τα όπλα και μας οδήγησαν στον αρχηγό τους κάποιον Κρανιά στρατιωτικό απ' τη Γραβιά. 1/4ταν ρώτησε εμένα πρώτα από που είμαι και του είπα Καστέλια του Μιχάλη μου έδωσε ένα μπάτσο και μου λέει «τι θες εσύ μαζί μ' αυτούς;». Ο Κρανιάς απ' ό,τι έμαθα μετά ήταν συνομήλικος του πατέρα μου και συμμαθητής του στο σχολαρχείο στη Σουβάλα. Ο πατέρας μου ήταν απ' τους πρώτους νοικοκυραίους στο χωριό. Γι' αυτό ο Κρανιάς με ρώτησε «τι θες εσύ μ' αυτούς;». Στη θύμησή μου ξαναγύρισε εκείνος ο βασανισμένος στο Μαυρολιθάρι ο Γιακουμάκης και πόσοι άλλοι που δεν ήξερα ίσως. Πως είναι δυνατόν έλεγα, από τη μία μεριά να μας μιλάνε για ελευθερία, για ανεξαρτησία, για σοσιαλιστική δημοκρατία και απ' την άλλη να θέλουν να επιβάλουν δια της βίας το δικό τους πιστεύω, να βασανίζουν και να πολεμάνε τους αντιφρονούντες. Κάτι δε μου πήγαινε καλά και από εκείνη τη στιγμή ήθελα ν' απαγκιστρωθώ. Αυτό έγινε αργότερα. Ο Κρανιάς μας έδωσε ένα σημείωμα για κάποιον δικό του στο χωριό Σιγδίτσα, για να μας δώσει λίγο ψωμί. Ήμασταν εξαντλημένοι από την πείνα, όμως για να μην παρακάμψουμε από το δρόμο μας, δεν περάσαμε να πάρουμε ψωμί, κι έτσι θεονήστικοι φτάσαμε στο χάνι του Νικολούλα. Εκεί, πριν βγούμε στο δημόσιο δρόμο, μέσα σε πουρνάρια, έτρεχε λίγο νερό από μια βρυσούλα. Σταματήσαμε γύρω στα δέκα λεπτά. Τώρα θέλεις η πείνα, θέλεις η κούραση ή το κελάιδισμα του νερού που έτρεχε, δεν ακούσαμε το θόρυβο από τα τρία γερμανικά τζιπ που στάθμευσαν στο χάνι, ίσως κι αυτοί για νερό. Το χάνι ήταν εγκαταλελειμμένο. Ο ιδιοκτήτης το άφησε γιατί αυτό το σημείο ήταν πέρασμα των ανταρτών μεταξύ Γκιόνας και Παρνασσού, και περνάει κι ο αμαξιτός δρόμος που συνδέει την Άμφισσα με Γραβιά-Λαμία. 1/4ταν σηκωθήκαμε απ' τη βρυσούλα και προχωρήσαμε λίγα μέτρα, βλέπω πάνω από εμάς δύο Γερμανούς. Ούτε αυτοί μας είχαν αντιληφθεί, όμως με την τρομάρα που πήραμε και θέλοντας να κρυφτούμε, θορυβήσαμε κι έτσι οι Γερμανοί μας είδαν. Δεν μπορούσαμε ν' αντιδράσουμε, μας είχαν στην μπούκα από τ' αυτόματα, σε απόσταση λιγότερο από είκοσι μέτρα. Είμαστε άοπλοι γιατί τα όπλα μας τα είχε κρατήσει ο Κρανιάς. Σηκώσαμε ψηλά τα χέρια κι αρχίσαμε ν' ανεβαίνουμε προς τους Γερμανούς. Ωσπου να φτάσουμε μπουσουλώντας κοντά τους, πέταξα από τις τσέπες μου δύο-τρεις σφαίρες, ένα κουτάλι, όμως η μανδύα του Ιταλού, τα λιγοστά γενιά μου και τα μαλλιά δεμένα μ' ένα σκοινί καθετί άλλο έδειχναν παρά πως είμαστε πολίτες-οδοιπόροι, όπως ισχυριστήκαμε στους Γερμανούς στην ανάκριση. Μας ρώτησαν από ποιο χωριό είμαστε, που πηγαίνουμε και από που ερχόμαστε. Ο αξιωματικός, ένας υπολοχαγός, μίλαγε αρκετά καλά τα ελληνικά. 1/4πως αργότερα έμαθα, ήταν Αυστριακός, Ντίκοφ τον έλεγαν. Μας έβαλαν στο μεσαίο τζιπ κρατούμενους. Ένας Γερμανός επέβλεπε εμένα, ένας άλλος τον Κάστορα. Βλέπω τ' αυτόματα γεμάτα. Πίσω στ' άλλο τζιπ, ένα περιστρεφόμενο πολυβόλο. Ούτε σκέψη πλέον πως μπορείς να ξεφύγεις. Έβλεπα τον εαυτό μου στημένο στο εκτελεστικό απόσπασμα. Αυτές τις στιγμές η απελπισία σε κάνει να σκέφτεσαι τρελά. Έτσι ρισκάρεις τα πάντα. Σκέφτηκα σε μία στροφή να πηδήξω, παρακάτω σε μια γέφυρα το ίδιο, ο Κάστωρ με συγκράτησε, μου είπε «αν πηδήξεις σίγουρα θα σκοτωθείς, ενώ αν μείνεις...». Φτάσαμε στη Γραβιά έβαλαν τα δύο τζιπ κάτω από μια μουριά, του Μπρόφα, το άλλο με τον αξιωματικό προχώρησε στο διπλανό καφενείο. Σε λίγο πήγανε και οι άλλοι. Ένας έμεινε να μας φυλάει. Πρέπει να ήταν Ιούνιος γιατί οι μούρες ήτανε γινωμένες. Στο τζιπ απάνω από τα κεφάλια μας βλέπαμε τις μούρες ώριμες. 1/4πως ήμασταν νηστικοί αρχίσαμε φοβισμένα στην αρχή να φτάνουμε από καμία, με παντομίμα είπαμε στο φρουρό μας τι θέλουμε, σηκωθήκαμε όρθιοι στο τζιπ κι αρχίσαμε το μάζεμα. Δώσαμε και στον σκοπό, του άρεσαν. 1/4μως το μάτι του και το αυτόματο δεν μας άφηνε ούτε στιγμή. Έτοιμος στο παραμικρό στραβοπάτημα να μας ρίξει. Σε λίγο επέστρεψαν και οι άλλοι. Ο αξιωματικός, όταν είδε εμάς σκαρφαλωμένους στη μουριά να τρώμε μούρες, άρχισε να γελάει και να παραξενεύεται προφανώς από τη συμπεριφορά μας. Το νέο ότι μας συνέλαβαν οι Γερμανοί είχε φτάσει νωρίτερα από εμάς στο χωριό μας, έτσι όταν φτάσαμε οι περισσότεροι κάτοικοι είχαν φύγει φοβούμενοι αντίποινα. Σταματήσαμε σ' ένα σπίτι, στη θειά τη Κρυστάλλω Κλαμούρα. Βγήκε στο χαγιάτι η θεία τρέμοντας, ζήτησαν τον πρόεδρο του χωριού. Πρόεδρος ήταν ο Δρόσος Βέλλιος. Ώσπου να έρθει ο πρόεδρος η θεία έβγαλε τσίπουρο κι ο αξιωματικός έκατσε στο σκαλοπάτι, κέρασε και τους άλλους. Θυμάμαι από το φόβο της έτρεμαν τα χέρια της και χυνόταν το τσίπουρο απ' τα ποτήρια. Για να την προλάβουμε της λέμε «θεία αυτός που κάθεται στο σκαλί ξέρει ελληνικά». Κατάλαβε. Ώσπου να έρθει ο πρόεδρος είχαν κατεβάσει από πέντε ως έξι ποτήρια σναπς ο καθένας. Βλέποντας εγώ να έρχεται ο πρόεδρος, όταν έφθασε κοντά μου του ψιθύρισα «χθες φύγαμε από εδώ και πήγαμε στην Άμφισσα καπνό για να πάρουμε λάδι». Τότε οι συναλλαγές έτσι γινόντουσαν πράμα με πράμα. Ο πρόεδρος κατάλαβε, άρχισε να τα μασάει από το φόβο του. Μπροστά στον αξιωματικό του λέγαμε «χθες φύγαμε από 'δω, ε; πρόεδρε; το ξέρεις, ναι, πήγαμε καπνό, κάνουμε εμπόριο, είμαστε από 'δώ» κ.λπ. 3/4στερα από 45 χρόνια δε θυμάμαι λεπτομέρειες. Ο Γερμανός μου λέει «τη μανδύα που τη βρήκες;». Λέω «εδώ στο μονοπάτι, πριν μας πιάσετε. Ήταν ξεχασμένη ίσως από κάποιους διερχόμενους Ιταλούς». Αν είναι δυνατόν, να τον είχαμε πείσει, δε ξέρω, μετά από λίγα ούζα ακόμα μας είπε «πηγαίνετε στα σπίτια σας κι αύριο θα ξανάρθω. Αν δε σας βρω στο χωριό θα πληρώσουν οι δικοί σας». Πολλά ειπώθηκαν γι' αυτόν τον Γερμανό, πως ζούσε χρόνια στον Πειραιά ως αντιπρόσωπος κάποιας γερμανικής εταιρείας πριν τον πόλεμο, πως είχε παιδιά της ηλικίας μας, πως ήτο φιλέλλην, πως έραβε τα κοστούμια του σ' ένα θείο μου Βασίλη στον Πειραιά. 1/4,τι κι αν είπαν, πάνω απ' όλα ήταν άνθρωπος και μας έδωσε την ευκαιρία να ζήσουμε. Δε μας σκότωσε ούτε μας βασάνισε. Τον διαβεβαίωσε κι ο πρόεδρος ότι είμαστε Καστελλιώτες, ότι δεν είμαστε αντάρτες. Αυτό το επεισόδιο είναι πολύ σημαντικό. Είναι από αυτά που σε κάνουν να λες πως σαν έχεις δίκιο θα το βρεις. Μη φοβάσαι, αν και το δίκιο νομίζω πως είναι έννοια υποκειμενική. 1/4πως το βλέπει κι ο καθένας. Ο Γερμανός ίσως και να σκέφτηκε πως κι αν ακόμα αυτά τα ελληνόπουλα είναι αντάρτες έχουν δίκιο που μας πολεμάνε. Ίσως κάποιος άλλος φανατισμένος χιτλερικός να μας σκότωνε πιστεύοντας πως έχει δίκιο και πως κάνει το καθήκον του. 1/4ταν πια μας άφησαν, που μας φαινόταν απίστευτο, με διστακτικά βήματα στην αρχή, απομακρυνθήκαμε, και μετά τρέχοντας όσο βαστάγανε τα ποδιά μας φθάσαμε στα σπίτια μας. 1/4ταν οι χωριανοί έμαθαν πως οι Γερμανοί μας άφησαν, επέστρεψαν στα σπίτια τους. 1/4μως σα νύχτωσε, ένας αντάρτης από το τμήμα που ανήκαμε κατέβηκε από την Κουκουβίστα μ' εντολή να μας πάρει μαζί του. Εμείς αρνηθήκαμε γιατί υπήρχε το πρόβλημα του αν μας ζητούσε ο Γερμανός κι απουσιάζαμε τι θα γινόταν με τους δικούς μας. Μπρος βαθύ και πίσω ρέμα. Έμεινα στο χωριό δυο-τρεις μέρες. Ο άλλος έφυγε για την Αθήνα. 1/4ταν ο Γερμανός ήρθε στο χωριό τη μεθεπόμενη και μας ζήτησε, πήγα στο καφενείο, με ρώτησε που είναι ο άλλος, του είπα ότι έφυγε για την Αθήνα και πως ίσως φύγω κι εγώ σε λίγες ημέρες. Έφυγε ο Ντίκοφ για τη Λαμία κι εγώ για το βουνό. Αργότερα ξαναπέρασε ο Ντίκοφ μας ζήτησε του είπαν στο χωριό ότι τα παιδιά είναι στην Αθήνα. Δε ξαναφάνηκε, όμως κουβεντιάζοντας με τους χωριανούς και τον πατέρα μου τους είπε: «έμαθα τι ήταν τα παιδιά». Τέτοια πράγματα την εποχή εκείνη συνέβαιναν, τώρα που μου ξανάρχονται στο νου, λέω πως από χρόνια έπρεπε να ρωτήσω αν αυτός ο άνθρωπος επέζησε από τη λαίλαπα του πολέμου και όπως σήμερα υπάρχει επικοινωνία φιλική με τους άλλους λαούς να τον έβρισκα να τον ευχαριστήσω. Τώρα είναι αργά. Φυσιολογικά θα 'χει πεθάνει. Γέρος σήμερα, θα ήτο 88 ή 90 χρονών. Βρέθηκα στην Κουκουβίστα. Η μονάδα μου είχε φθάσει στο Καρπενήσι. Δεν ήθελα ν' ακολουθήσω, πολλά πράγματα ήταν για μένα δύσκολα πλέον. Ο ενθουσιασμός μ' είχε εγκαταλείψει. Ζήτησα να παραμείνω στο χωριό προσφέροντας τις υπηρεσίες από 'κει. Έμεινα λίγο καιρό και κάποια εποχή, περνώντας το τμήμα μου από το χωριό, με ξανακάλεσαν και ακολούθησα. Έλαβα μέρος στη μάχη της Αράχοβας. 1/4ταν η Ιταλία συνθηκολόγησε, στην Αράχοβα υπήρχε ένα τάγμα Ιταλών που ήθελαν να παραδοθούν. Οι Γερμανοί ξεκίνησαν από τη Λιβαδειά για να πάρουν αυτούς τους Ιταλούς. Εμείς στήσαμε ενέδρες, έγινε μάχη, κερδίσαμε και μεταφέραμε όλους τους Ιταλούς ψηλά στον Παρνασσό, στα μέρη που σήμερα είναι το χιονοδρομικό κέντρο. Τα λάφυρα, οπλισμό κλπ, πήραμε ό,τι μπορούσαμε, τα μεταφέραμε στο βουνό, τα αυτοκίνητα και το βαρύ πυροβολικό τα καταστρέψαμε στο χωριό Κυριάκι. Εγώ πήρα ένα αυτόματο στάγιερ με δεσμίδες και σφαίρες πολλές, δύο κουβέρτες που τις έκανα παντελόνια και ένα ακορντεόν. Αυτό τελικά φεύγοντας από τον Παρνασσό, το φόρτωσα σ' ένα γαϊδουράκι, όμως σε κάποια αναμπουμπούλα χάθηκε το γαϊδουράκι και το ακορντεόν. 1/4μως λίγες μέρες κάτω από τα έλατα που ξεκουραζόμαστε το έπαιξα κι έτσι έμαθα μερικά τραγούδια. Στη συνέχεια βρέθηκα μαζί με το τάγμα του Νικηφόρου, στα Δερβενοχώρια. Είχαμε γερό οπλισμό, πολλά εφόδια, έμαθα ιππασία με σέλα, πήδαγα δύο μέτρα ύψος με το άλογο. Ο Νικηφόρος ήταν ίλαρχος, αυτός μ' έμαθε να ιππεύω και να πηδάω. Έτρεχα με το άλογο καλπασμό, στο ένα χέρι κρατούσα το αυτόματο στο άλλο ένα κουβά γεμάτο νερό χωρίς να χύνεται σταγόνα. Δώσαμε τρεις-τέσσερις μέρες μάχη εκ του συστάδην, πιάσαμε αιχμάλωτους Γερμανούς, όμως δεν αντέξαμε άλλο και υποχωρήσαμε πολύ ψηλά στα βουνά και καταλήξαμε πάλι Παρνασσό-Γκιόνα-Βαρδούσια. Σ' ένα βιβλίο που κάποιος γράφει για την αντίσταση, σ' ένα σημείο αναφέρει γι' αυτές τις μάχες και για τον Πολυδεύκη τον Μοσχολιό απ' τα Καστέλια. Κατά την υποχώρηση όταν φτάσαμε στο σημείο μεταξύ Γκιόνας και Παρνασσού στο πεντηκοστό πρώτο χιλιόμετρο, ζήτησα άδεια και πέρασα απ' το χωριό να δω τους δικούς μου. Μπήκα νύχτα στο χωριό κρύφτηκα τη μέρα στο σπίτι, την άλλη νύχτα έφυγα και συνάντησα τους άλλους στην Κουκουβίστα. Άρχισαν να πονάνε τα πόδια μου απ' τις πορείες και τις κακουχίες. Έβλεπα πως αν συνέχιζα έτσι, πολύ σύντομα θα ήμουν άχρηστος. Η παλιά ελονοσία κάποια στιγμή με ξαναθυμήθηκε. Πράγματι, μου έδωσαν άδεια αναρρωτική και γύρισα στο σπίτι. Ο πατέρας, πρόεδρος του χωριού, μου έδωσε ταυτότητα για να μπορώ να κυκλοφορώ σαν Έλληνας πολίτης. Κατέβηκα στην Αθήνα με καπνό για να πάρω λίγες αντιπυρίνες και λίγο ρύζι. Μ' έπιασαν στον Πειραιά οι ταγματασφαλίτες του Ράλλη. Στο μπουντρούμι, ξύλο. Η κατηγορία ήταν η καταγωγή μου. Ρούμελη. Είσαι μαμούθι μου έλεγαν. Μ' άφησαν επειδή ο θείος Αβραμόπουλος γνώριζε τον αρχηγό τους τον Τσιμπίδαρο στα Μανιάτικα. Ξαναβρέθηκα στο χωριό αφού πήρα μία γεύση για το τι γίνεται στην πόλη και πως εκτός απ' τους Γερμανούς ένας άλλος κίνδυνος φαίνεται στον ορίζοντα, ένας κίνδυνος ύπουλος, ένα ανακάτεμα, ένας ανεμοστρόβιλος που δεν ήξερες πότε θα 'ρθει κι από που να φυλαχτείς. Ήρθε ο εμφύλιος πόλεμος και δεν ήξερα αν έπρεπε να πω ποιος είμαι, μεσολάβησαν τα Δεκεμβριανά, έφυγαν οι Γερμανοί, η ελπίδα προσπαθούσε να σταθεί στα πόδια της, οι ξένοι πράκτορες αλώνιζαν και κοίταγαν να επωφεληθούν, οι παρακρατικές οργανώσεις της δεξιάς είχαν επιδοθεί με ζήλο στο κυνήγημα των αγωνιστών της αντίστασης, πλιάτσικο, παρανομίες, αγώνας για το ποιος θα είχε το πάνω χέρι. Έτσι φτάσαμε στον εμφύλιο πόλεμο όπου πολλοί από τους παλιούς αγωνιστές ξαναβρέθηκαν στο βουνό, κυνηγημένοι από το παρακράτος της δεξιάς με την ανοχή του κράτους. Εγώ είχα μείνει στο χωριό, προσπαθούσα πότε έτσι πότε αλλιώς να μη βρεθώ μέσα στην κοσμοχαλασιά, μια και για μένα ως ελληνόπουλο ο σκοπός μου είχε λήξει. Έβλεπα τις αδικίες και το κυνηγητό που γινόταν. Θυμόμουνα τις μάχες με τη διάλυση του Ψαρρού. Τον Γιακουμάκη κρατούμενο και βασανισμένο. Μέσα μου υπήρχε μια θολούρα, έμεινα αδρανής. Το 1946-47 στη μεγάλη αναμπουμπούλα του εμφυλίου, με διαταγή του κράτους εγκαταλείψαμε το χωριό μας. Η ΚΑΜΠΑΝΑ Ο πόλεμος τέλειωσε. Η μάνα περιμένει το γιό της. Θα γυρίσει; Ο πόλεμος τέλειωσε μεσάνυχτα... Το σώμα του μαχητή ’λλοτε σταθερό και κατακόρυφο Τώρα παλλόμενο παλαμάρι Κρεμασμένο ανάμεσα σε γη και ουρανό. Η καμπάνα κτυπά... Πολλοί ακούνε το μήνυμα της λευτεριάς. Η μάνα τρέχει στην εκκλησιά. Ο μαχητής αφήνεται στην αγκαλιά της... Η καμπάνα σιωπά. Τότε η μάνα του Θρασύβουλου Πιάνει το σήμαντρο Και κτυπά την καμπάνα Ίδια όπως τότε για τον άλλο της γιο Που έχασε στον άλλο πόλεμο. Ο πόλεμος τέλειωσε μεσάνυχτα... Κι αργεί να ξημερώσει. ΤΡΑΥΜΑΤΙΑΣ ΠΟΛΕΜΟΥ - ΚΡΑΤΟΥΜΕΝΟΣ Το 1947 με κάλεσαν φαντάρο. Πριν, δούλεψα ως κλητήρας λίγο καιρό, στο δήμο Αθηναίων. Παρουσιάστηκα στην Κόρινθο, μ' έδιωξαν ως ανεπιθύμητο, αργότερα με κάλεσαν και πήγα στο Βόλο, με κράτησαν. Έδωσα τεστ, μ' έριξαν οδηγό-διαβιβαστή, ήρθα στο Χαϊδάρι στο κέντρο διαβιβάσεων, όμως ο φάκελος με το παρελθόν μου, διογκωμένος από τους καλοθελητές χωριανούς μου, ερχόταν κοντά όπου κι αν πήγαινα. Δε χώραγα σ' αυτή την ειδικότητα. Μ' έστειλαν λοιπόν πεζικάριο στο 517 τάγμα της δεύτερης μεραρχίας. Βρέθηκα Έδεσσα και στις επιχειρήσεις στο Γράμμο-Βίτσι-Καϊμακτσαλάν. Εμφύλιος. Δράμα. Μαύρες σελίδες για την ελληνική ιστορία. Τραυματίστηκα από χειροβομβίδα. Χειμώνας ήταν, μου επέδεσαν σφιχτά τις πληγές κι έπαθα και κρυοπαγήματα. Έξι μήνες στο νοσοκομείο με πατερίτσες, έσωσα τα πόδια, τα έχω, αλλά σακατεμένα. Τώρα αρχίζει το μεγάλο δράμα μου. Πως άντεξα δε ξέρω. Πως κατάφερα και είμαι εδώ παρών ύστερα από τα τόσα που παρακάτω θα διηγηθώ. Άλλη μια φορά ακόμη θα πω πως ό,τι γράφω είναι η αλήθεια. Δε θέλω να αδικήσω κανέναν, απλώς διηγούμαι την ιστορία μου χωρίς να θέλω να ηρωποιήσω τον εαυτό μου. 1/4ταν κανείς υποφέρει τόσα όσα εγώ τράβηξα, αν επιζήσει, δυο δρόμοι υπάρχουν. Ή να γίνει κακός και να εκδικηθεί ή να γίνει σεμνός και φιλοσοφημένος. Δεν έγινα τίποτα από τα δύο. Εγώ έγινα ένας οδηγός αυτοκινήτων που πέρασε τα χρόνια του κυνηγώντας το μεροκάματο για τον εαυτό του και αργότερα για την οικογένειά του. Είχα τόσες ανάγκες που δε μου περίσσεψε ποτέ χρόνος ν' ασχοληθώ με το τι γίνεται γύρω μου. 1/4ταν τα τραύματα στα πόδια μου έκλεισαν, όταν κακήν κακώς μ' έδιωξαν από τα νοσοκομεία σαν αποδιοπομπαίο τράγο, έφτασα στο φτωχικό καλύβι μας, το σκεπασμένο με πισσόχαρτο, στον Πειραιά. Εκεί, στο μοναδικό κρεβάτι, μ' έβαλαν, ανήμπορο ακόμα, οι γονείς μου να ζεσταθώ. Τα μικρότερα αδέρφια μου μαζεμένα γύρω-γύρω. Ο πατέρας, ένας πανέξυπνος άνθρωπος, για να δώσει λίγη χαρά σ' όλους μας για τον ερχομό μου, αγόρασε λίγο κρασί, και μ' ό,τι άλλο είχαμε, αρχίσαμε να κουτσοπίνουμε. Έφτιαξε λίγο το κέφι μας, ήταν μια μέρα αξέχαστη, πολύ κοντά ο ένας στον άλλον, μια οικογένεια δεμένη. Άρχισα να τραγουδάω, μαζί κι ο πατέρας, και δοξάσαμε το Θεό που πέρασε κι αυτό κι ήμασταν όλοι μαζί. Αυτές οι στιγμές είναι ανεπανάληπτες, είναι κάτι που δεν μπορεί κανείς να το περιγράψει. Θυμάμαι τον πατέρα. Με μια μικρή φλογέρα που 'χε, έπαιζε τραγούδια του τόπου μας, νοσταλγικά, όπως οι πρόσφυγες, και πραγματικά αυτό ήμασταν. Ξεριζωμένοι και κυνηγημένοι. 1/4ταν τους έδιωξε απ' το χωριό ο στρατός, για να μη βρίσκουν οι αντάρτες εφόδια, τότε πήραν μαζί τους την κατσίκα, και μ' ένα βαγόνι φορτηγό «ίππων 8 άντρες 40» βρεθήκανε στον Πειραιά. Εγώ ήμουν στρατιώτης και τραγουδούσα «η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει», όμως μέσα μου ένα άλλο τραγούδι ήθελα να τραγουδήσω. Κλάψε με μάνα, κλάψε με. Πέρασε το βράδυ, κουκουλωθήκαμε κάτω από 'να τσόλι. Ξημέρωσε και σε λίγο φθάνει μία μοτοσικλέτα της ΕΣΑ κι ένα τζιπ, και με γυρεύουν. 1/4ταν είδαν την κατάσταση μου έμειναν άφωνοι ίσως γιατί πίστευαν ότι επρόκειτο να συλλαβούν κάποιον επικίνδυνο και ταραχοποιό φαντάρο. Παραταύτα, ο επικεφαλής λοχίας μ' έριξε μέσα στο τζιπ χωρίς καμία εξήγηση, ούτε για το που θα με πάνε. Στην Καστέλα στον Πειραιά, εκεί ήταν η διοίκηση της ΕΣΑ, εκεί με βρήκε τη μεθεπόμενη ημέρα ο αδερφός μου ο Νίκος, κρατούμενο. Ο λοχαγός της ΕΣΑ δε μου 'δωσε καμία εξήγηση για το πως και γιατί. Ξημέρωσα σ' ένα δωμάτιο κλειδωμένος. Άρχισα να τρέμω απ' το κρύο, τα τραύματα πονούσαν, χειμώνας, υπέφερα. Κανείς δεν έδινε σημασία στις παρακλήσεις μου πως είμαι τραυματίας, πως έχω ακόμα ανάγκη. Αυτοί έβλεπαν χαρτιά, εντολές, ένα φαντάρο κομμουνιστή που θέλησε ν' αυτομολήσει και τραυματίστηκε. Έτσι είπε ο Λοχαγός όταν του ζητήθηκαν ευθύνες για τον δικό μου τραυματισμό και για τον θάνατο του αλλού φαντάρου από την ίδια χειροβομβίδα. 1/4ταν τραυματίστηκα, με φόρτωσαν σ' ένα μουλάρι στη μία πλευρά. Στην άλλη, σ' ένα σάκο, έβαλαν τον σκοτωμένο. Ηλιόπουλος λεγόταν, από την Καλαμάτα. Λίγες ημέρες κάναμε μαζί. Ήταν καραγκιοζοπαίχτης και πολλές βραδιές εκεί πάνω στο φυλάκιο μας έκανε τον καραγκιόζη, τον Χατζιαβάτη, γελάγαμε με τ' αστεία του. Νοσοκομείο, Έδεσσα, χειρουργείο και μεταφορά επειγόντως στη Θεσσαλονίκη. Τις πρώτες ημέρες η φροντίδα των γιατρών ήταν συγκινητική. 1/4ταν έφτασε ο φάκελος, πως υπήρξα αντιστασιακός, κόπηκαν όλα, και άκυρα παράκυρα μ' έστειλαν σε άλλο τμήμα που ήταν σχεδόν αναρρωτήριο, χωρίς καμία ιδιαίτερη φροντίδα. Το δεξί μου πόδι στα άκρα είχε κρυοπαγήματα τρίτου βαθμού. Το αριστερό μου στα τραύματα είχε τυμπανισμό και όπως έλεγαν οι γιατροί γάγγραινα. Το τρύπαγαν στη γάμπα με το νυστέρι και δεν πονούσα, είχε νεκρωθεί. Είχαν αποφασίσει να το κόψουν κάτω από το γόνατο. Μου έλεγαν: «αν το κόψουμε τώρα θα έχεις το γόνατο. Έτσι όταν σου βάλουμε το τεχνητό δεν θα 'χεις πρόβλημα στο περπάτημα. Αν το αφήσουμε η γάγγραινα θα προχωρήσει και θα υποχρεωθούμε τότε να στο κόψουμε πιο πάνω». Περίμεναν από εμένα να υπογράψω για την επέμβαση. Οι πόνοι στο δεξί πόδι να είναι αφόρητοι. Μέρα-νύχτα να ουρλιάζω και να μαζεύομαι σαν το δαρμένο σκυλί. Είδα ένα όνειρο κάποια νύχτα που με πήρε ο ύπνος, πως ένας ψαρομάλλης γέρος μου έφερε δύο σιδερένια πόδια, όπως είχαν στις πανοπλίες στον μεσαίωνα, και μου τα φόρεσε. Το πόδι με την γάγγραινα άρχισε να βγάζει από το τραύμα υγρά. Αυτό ήταν. Άρχισε σιγά-σιγά να κλείνει η πληγή και να το αισθάνομαι. Με πήγαν στην Αθήνα, στο 401 νοσοκομείο, και έβλεπα πως βρισκόμουνα σε παρακολούθηση και προς Θεού όχι ιατρική πλέον αλλά παρακολούθηση για το ποιοι με επισκέπτονται, με ποιους αλληλογραφώ, τι λέω, πως τρώω, πως κατουράω, με ποιους άλλους τραυματίες κάνω παρέα. Αυτά όλα μ' έκαναν να ζητήσω άδεια αναρρωτική και να πάω στο σπίτι. Έτσι έγινε και την επομένη ήρθε η ΕΣΑ και με συνέλαβε. Στην ΕΣΑ ήταν κρατούμενος και ένας γιατρός γυναικολόγος. Παπαδόπουλος Γεώργιος. Είχε γυναικολογική κλινική στην οδό Μάρνη. Εκεί γεννήθηκε το πρώτο μου παιδί η Παναγιώτα. Τον είχαν μέσα για αντεθνική δράση, γνωριστήκαμε, ήταν επιφυλακτικός μαζί μου γιατί έβλεπε ένα φαντάρο τραυματία και κρατούμενο. Ποιος ήμουν; Ήμουν υπό κατηγορία ή κανένας σπιούνος της ΕΣΑ; Την άλλη μέρα ο αδελφός μου ο Νίκος αφού έμαθε που είμαι ήρθε να με δει και να μου φέρει λίγο φαγητό. 1/4ταν ζήτησε στην πύλη απ' το σκοπό να του επιτρέψει να μπει, ο σκοπός τον άρχισε στις κλωτσιές και κάτι κεφτεδάκια που μου έφερνε χυθήκανε στο δρόμο. Εγώ απ' το παράθυρο είδα τη σκηνή, φώναζα: «φύγε αδερφέ, φύγε». Δάκρυσα, ένα σπαραχτικό κλάμα, ένα ουρλιαχτό βγήκε από μέσα μου, έκατσα σε μια άκρη στο άδειο κελί και για πολύ ώρα είχα σπασμούς σε όλο το κορμί μου. Άρχισα να μην έχω συναίσθηση του χρόνου. Δεν ξέρω πόσες μέρες έμεινα εκεί χωρίς να έχω επικοινωνία με τον έξω κόσμο. Με βάλανε σ' ένα καράβι στον Πειραιά, κάτω στο αμπάρι, μαζί με άλλους κρατούμενους. Μου πήραν τις πατερίτσες. Σαν ήθελα να μετακινηθώ, κράταγε το δεξί πόδι, πήγαινα πηδώντας. Αλλά κι αυτό πολλές φορές δεν κράταγε κι έτσι σερνόμουν με τον κώλο, αν δεν ήταν κάποιος κοντά μου να με βοηθήσει. Πόσες ημέρες ήμουν στο αμπάρι και ταξίδευα; Δύο- τρεις; Δεν ξέρω. Οι φύλακες που ήταν μαζί μας έπαιζαν χαρτιά με τους κρατούμενους που είχαν λεφτά. Και κατά περίεργο τρόπο πάντα οι φύλακες κέρδιζαν. Βρέθηκα στη Θεσσαλονίκη, στο λιμάνι. Εκεί μ' έβαλαν σε μια κλούβα και με πήγαν στις φύλακες του Γεντί Kουλέ, στο Επταπύργιο. Είχε νυχτώσει. Μου έδωσαν λίγο ψωμί κι ένα κομμάτι τυρί, ένα τενεκεδάκι με νερό, σ' ένα κελί χωρίς φως. Ρίζωσα σε μια άκρη. Μια κουβέρτα πάνω σε κάτι σανίδες, αυτό ήταν το κρεβάτι. Το στρώμα, το σκέπασμα, όλα μύριζαν μούχλα και κατουρλίλας. Ώρες-ώρες σταματάει το μυαλό να δουλεύει ο οργανισμός φορτωμένος δεν μπορεί να αντιδράσει, αφήνεται και λειτουργεί μηχανικά μέσα στους φυσικούς νόμους. Πάνω σ' αυτές τις σανίδες ήρθε ο ύπνος. Το φως της ημέρας μπήκε από μια καγκελόφραχτη τρύπα. Άρχισα να λειτουργώ, φώναξα και κάποια στιγμή ήρθε ο δεσμοφύλακας. Με συνόδευσε μέχρι τα αφοδευτήρια. Για να φτάσω εκεί πήγαινα τοίχο-τοίχο για να μην πέσω. Ο άνθρωπος είδε το χάλι μου ή μάλλον είδε ότι δεν υπάρχει περίπτωση να δραπετεύσω και μου είπε: «όταν τελειώσεις φώναξε με». 1/4ταν γύρισε, είχε σε ένα ποτήρι καφέ, έπινε και κάπνιζε. Του ζήτησα τσιγάρο, μου έδωσε. Με ξαναπήγε στο κελί και αφού κλείδωσε την πόρτα, από το παραθυράκι μου λέει πως μέχρι το μεσημέρι θα σε πάρει η ΕΣΑ να σε πάει στην έδρα της μεραρχίας σου. Κάτι ήταν κι αυτό, θα έφευγα απ' αυτό το μπουντρούμι. Γύρισα τη μάτια μου στα ντουβάρια. 1/4ποιος είχε περάσει από εκεί έγραφε τα δικά του. Άλλος με το μολύβι, άλλος με το κουτάλι ή ό,τι άλλο μπορούσε να χρησιμοποιήσει για γραφή. "Άτιμη με πήρες στο λαιμό σου. '47 Γιάννος". "Από 'δω περνάν τα παλικάρια. Αρίστος". Kαθένας τα δικά του, μου φαίνεται πως το κελί είχε φιλοξενήσει πολλούς νταήδες αλλά και πολλούς αδικοχαμένους. Το απόγευμα ήρθαν δύο ΕΣΑτζήδες, ένας λοχίας κι ένας στρατιώτης, οδηγός του τζιπ. Ο λοχίας υπέγραψε κάτι χαρτιά, με πήγαν στο τζιπ και ξεκινήσαμε. Στο δρόμο μου κάνανε ερωτήσεις. Πως και που τραυματίστηκα, πόσο καιρό είμαι κρατούμενος. Πίστευα πως αυτές οι ερωτήσεις δεν γίνονταν για κάποιο ιδιαίτερο λόγο. Ίσως από απλή περιέργεια. Ρώτησα κι εγώ: «για που πάμε;». «Στην έδρα της Μεραρχίας, είναι κοντά εδώ» μου είπαν, «Χαλκηδόνα λέγεται». Φτάσαμε σε καμιά ώρα, με πήγαν στο διοικητή της ΕΣΑ. Είδε τα χαρτιά, κοίταξε κι εμένα με ύφος ειρωνικό. Στα χέρια του βαστούσε μία βέργα από λεύκα. Μ' αυτή έδειξε με μία χειρονομία που μου θύμησε τον Κολοκοτρώνη εκεί στο άγαλμα στην Αθήνα. Έδειξε στους ΕΣΑτζήδες: «Πάρτε τον στο τολ». Ήταν ένας Λοχαγός ύψους ένα και πενήντα σε ανάταση. Από μακριά βρώμαγε καθίκι, κατάλαβα πως αυτός ο τύπος ήταν κομπλεξικός και πως αν αυτός ήταν αρμόδιος για την περίπτωση μου δεν θ' άφηνε την ευκαιρία για κανένα γαλόνι ακόμα. Δεν έπεσα έξω. 1/4σο καιρό ήμουν κρατούμενος εκεί τράβηξα τα πάνδεινα. Έπρεπε να αποσπάσει ομολογία οπωσδήποτε, πως εγώ κι ο Ηλιόπουλος που σκοτώθηκε καθώς και κάποιος άλλος Παυλίδης, είχαμε δημιουργήσει τριάδα ως κομμουνιστές, και θέλοντας να αυτομολήσουμε, πέσαμε σε ναρκοπέδιο. Εγώ τραυματίστηκα, ο άλλος σκοτώθηκε, ο Παυλίδης συνελήφθη κι ο Λοχαγός μας στις επιχειρήσεις έβγαλε κάθε ευθύνη πολύ εύκολα από πάνω του. Είναι αυτό που πολλές φορές γινόταν τότε, σε τύλιγαν σε μια κόλλα χαρτί κι άντε να ξεμπλέξεις. Έτσι ακριβώς ήταν, όσο για την ανθρώπινη ζωή δεν μέτραγε και πολύ, ο σκοπός άγιαζε τα μέσα. Ο Εμφύλιος ήταν στο ζενίθ. Τα εκτελεστικά αποσπάσματα και τα στρατοδικεία, καθημερινά, και χωρίς πολλές διατυπώσεις, σ' έστελναν στον άλλο κόσμο. 1/4μως σαν καλοί χριστιανοί που ήταν, έφερναν τον παπά να σε μεταλάβει. 1/4μορφος κόσμος ηθικός, αγγελικά πλασμένος. Μέσα στο τολ, κατάχαμα δύο κουβέρτες, μόνος και κλειδωμένος, για δύο-τρεις μέρες όλα κυλούσαν ήσυχα. Έβγαινα με συνοδεία λίγη ώρα για το αποχωρητήριο, μου έδιναν συσσίτιο και οι περισσότεροι ήταν φιλικοί μαζί μου. 1/4μως ένα βράδυ, μεσάνυχτα σχεδόν, ήρθε ο Λοχαγός μόνος του στο κρατητήριο, με ένα φακό να μου θαμπώνει τα μάτια, και άρχισε να μου κάνει ερωτήσεις. Πόσο καιρό ήξερα τον Ηλιόπουλο, τον Παυλίδη και... «σε προειδοποιώ! Πες τα όλα να σωθείς».« Ο Παυλίδης ομολόγησε!» έλεγε, έλεγε παραμύθια για παιδάκια, ανθρωπάκι φτηνό, σιχαμερό. Πέρα όμως από καθετί, εγώ δεν είχα τι να πω και τι να απαντήσω σε αυτό το σήριαλ. Έτσι για μια στιγμή, με τη βέργα που ποτέ δεν αποχωριζόταν, με χτυπάει στο αυτί κάθεται. Πόνεσα παρά πολύ. Ενστικτωδώς έπιασα το αυτί μου, είχε ματώσει. Τα μάτια μου, μια από τον πόνο και μια από το φως του φακού δάκρυσαν. Μου λέει: «θα χύσεις μαύρο δάκρυ αν δεν ομολογήσεις» κι έφυγε. Την άλλη μέρα την ώρα του συσσιτίου εμένα δεν μου έφεραν φαγητό. Ούτε το βράδυ ούτε την άλλη ημέρα. Κατάλαβα. Άρχιζε το μαρτύριο της πείνας. Με έβγαζαν λίγη ώρα κάθε πρωί για τις ανάγκες μου. Την τρίτη ημέρα δεν χρειάστηκε να βγω γιατί δεν υπήρχε λόγος. Χωρίς νερό και χωρίς φαγητό φυσικό ήταν. Ένα πρωί, όπως ήμουν ξαπλωμένος και εξαντλημένος, κάποιος φαντάρος από το παράθυρο κρυφά έριξε μια φέτα ψωμί. Μάσησα λίγο και το άλλο το 'κρυψα. Δεν ήξερα ποιο θα είναι το αύριο. Το σούρουπο ήρθε ο Λοχαγός και όπως ήμουν κουκουλωμένος, με τη βέργα του τράβηξε την κουβέρτα από το πρόσωπό μου και μου λέει: «ζεις ακόμα;». Την άλλη μέρα πάλι χωρίς φαγητό. Εγώ σαν ποντικός, κρυφά, είχα ροκανίσει το λίγο ψωμάκι που μου απόμενε. Πέρασα τέσσερις-πέντε μέρες έτσι κι ένα μεσημέρι μου έφεραν λίγα μακαρόνια, κατόπιν συνταγής του γιατρού, για να μην πάθει τίποτα το άδειο στομάχι μου. Το βράδυ τα ίδια. Για λίγες ημέρες ήμουν το χαϊδεμένο παιδί. Η πόρτα ανοιχτή, πήγαινα στο συνεργείο όπου είχαν αυτοκίνητα, βοηθούσα στην καθαριότητα. Τα πόδια πατούσαν καλά, είχα βρει και ένα ματσούκι για μπαστούνι, νόμιζα πως τελείωσα με αυτήν την ιστορία, πλησίαζε Πάσχα. 1/4μως η εβδομάδα των Παθών ήρθε νωρίτερα για μένα. Μία ημέρα με πήγαν μέσα στο θάλαμο που κοιμόντουσαν οι ΕΣΑτζήδες, μου πέρασαν τα δύο πόδια μέσα από τον αορτήρα ενός όπλου, με γύρισαν ανάποδα, μου έβγαλαν τα παπούτσια και τις κάλτσες, κι ο Λοχαγός με χτυπούσε στα πέλματα. Μου έκαναν φάλαγγα. Πρήστηκαν τα σκοτωμένα πόδια μου. «Μαρτύρα, μαρτύρα» φώναζε ο Λοχαγός.1/4σο εγώ έσκουζα από τους πόνους τόσο πιο δυνατά χτύπαγε. Με πήγαν σηκωτό και με πέταξαν, ο σαδιστής, στο τολ. Το αριστερό πόδι, στο τραύμα, άρχισε να αιμορραγεί. Τα πέλματα είχαν μελανιάσει. 1/4ταν ζήτησα γιατρό ο Λοχαγός μου λέει; «με τι το έκοψες και βγάζει αίμα;». Δεν ήρθε γιατρός, δύο-τρεις ημέρες σερνόμουν. Ήρθε το Πάσχα, άκουσα από τα μεγάφωνα τον Επιτάφιο θρήνο, άκουσα το Χριστός Ανέστη, τα χρόνια πολλά που έλεγαν μεταξύ τους, είχαν βάλει τα καλά τους και τα γαλόνια τους όλοι οι καραβανάδες. Ένιωσα αηδία για όλους και για όλα. Μετά το Πάσχα, με πήγανε στις εγκληματικές φυλακές στη Βέροια. Σ' ένα δωμάτιο τέσσερα επί τέσσερα είμασταν δεκαπέντε φυλακισμένοι, άλλοι ως πληροφοριοδότες, άλλοι ως τροφοδότες, άλλοι καταδικασμένοι ή υπόδικοι γι' άλλα αδικήματα, μαζί κι ένας πιτσιρίκος έξι ως εφτά χρονών. Ο πατέρας του τον πήρε μαζί του στη φυλακή γιατί δεν υπήρχε κανείς δικός του να τον κρατήσει έξω. Στον απέναντι θάλαμο γυναίκες. Έμεινα εκεί ένα μήνα, πέρασα στρατοδικείο, αθωώθηκα παμψηφεί γιατί δεν ευσταθούσε η κατηγορία. Πήρα το εξιτήριο φυλακών, βγήκα στο φως και στον ήλιο, μου φαινόταν απίστευτο. Άρχισα να ελπίζω, άρχισα να ξαναζώ. Μέσα μου όμως υπήρχε ο φόβος. Για πολλά χρόνια ένιωθα φοβισμένος και με την σκέψη πως κάποια μέρα κάτι θα μου σκαρώσουν πάλι, έβλεπα τη λύση στη φυγή, στην ανωνυμία, στην αφάνεια. Από τη Βέροια, με φύλλο πορείας Θεσσαλονίκη-Αθήνα, παρουσιάστηκα στο κέντρο διερχομένων στο σταθμό Λαρίσης. Μου είπαν να ξαναφύγω για τη μονάδα μου, το 517 τάγμα πεζικού, όμως η υγειονομική επιτροπή είδε πως έχω ανάγκη από αναρρωτική άδεια και παρέμεινα για λίγους μήνες. ΦΘΑΣΑΜΕ ΚΥΝΗΓΗΜΕΝΟΙ Με ροζιασμένα χέρια, σκληρά κι ανεπιτήδευτα Νύχτα το δρόμο πήραμε για τη μεγάλη Πόλη. Ο δρόμος ήταν σκοτεινός, ανάστροφος Και μη γνωστός. Φθάσαμε κυνηγημένοι. Πρόσφυγες ανάμεσα σε πρόσφυγες Βρεθήκαμε σε γειτονιά Εκεί που τα παιδιά Γρήγορα γίνονται άνδρες. Βουβοί με τα χαράματα σκαρίζαμε Ψάχνοντας και ζητώντας αυτά που στερηθήκαμε: Τη γη, το μεροκάματο. Μικραίναμε τις χούφτες μας Να φαίνεται ο καρπός πολύς Κι όλο τις σφίγγαμε... Τα χέρια δεν απλώσαμε. Βασανιστήκαμε. Στενέψαμε, τεντώσαμε μα κρατηθήκαμε. Ο ένας έξι και οι έξι ένας, μη ο καθένας ένας. Έτσι μοιράζαμε μονάχα τις χαρές μας Τον πόνο του ο καθένας τον κρατούσε μόνος. ΜΕΡΟΚΑΜΑΤΟ Απελύθη η κλάσις μου κι εγώ. Ο εμφύλιος είχε σχεδόν τελειώσει, τα κυβερνητικά στρατεύματα είχαν κερδίσει, μια και οι Αγγλο-Αμερικάνοι είχανε ρίξει το βάρος τους σ' αυτήν την έκβαση. 1/4σο για το δημοκρατικό στρατό, άλλοι έφυγαν στα ανατολικά κράτη, όσοι έμειναν γέμισαν τα ξερονήσια, Μακρόνησος-Γυάρος κ.λ.π, όλοι στις φυλακές και στα εκτελεστικά αποσπάσματα. Σε κάποια αρχαία ελληνικά- δε θυμάμαι ακριβώς- είχα συγκρατήσει το «ουαί τοις ηττημένοις», αυτό τα λέει όλα. Εγώ Έλλην πολίτης, ελεύθερος, σακατεμένος, χωρίς δουλειά, χωρίς πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων, κατατρεγμένος και άφραγκος, η κάθε μέρα μου γινόταν χειρότερη από την προηγούμενη. Ήμουνα όμως «υπερήφανος γιατί γεννήθηκα Έλλην», ήταν το σλόγκαν της εποχής. Και κάποιο άλλο: «οι ήρωες πολεμούν σαν Έλληνες». Τι να πει κανείς μ' αυτά, να γελάσει ή να κλάψει; Εγώ έλεγα πως πρέπει να σπείρουμε κι άλλο κουτόχορτο για να 'ναι παχιά τα ζωντανά μας. Πάνε περίπατο οι ενθουσιασμοί, τα πιστεύω μου, το τραγούδι, τα παιδικά μου χρόνια. Ξανάρθε στο μυαλό μου ο Βάρναλης. Που 'σαι νιότη που έδειχνες πως θα γινόμουν άλλος! Έπρεπε να βρω δουλειά. Ο πατέρας ποτέ δε βαρυγκώμησε, η κατσαρόλα πάντα κάτι είχε για όλους, ο μετά από εμένα αδερφός, ο Νίκος, σπούδαζε στην Ανωτάτη Εμπορική, κράταγε τα λογιστικά βιβλία μιας εταιρείας και μπορώ να πω πως το βάρος είχε πέσει σ' αυτόν. Τ' άλλα παιδιά ο Γιάννης και η Τούλα ήταν μικρά. Το καλυβάκι μας έγινε ένα μικρό δωμάτιο με κουζίνα. Βρήκα δουλειά σ' ένα σαπουνοποιίο στον Πειραιά, δύο μέρες την εβδομάδα οδηγούσα το αυτοκίνητο και κάναμε διανομή το σαπούνι, τις άλλες ημέρες κύλαγα βαρέλια με ποτάσα. Τη ρίχναμε στο καζάνι, ανακατεύαμε άλλα υλικά κι έβγαινε το σαπούνι. Το μεροκάματο ήταν τριανταπέντε δραχμές. Σε λίγο καιρό μ' έδιωξαν γιατί ο αδερφός του αφεντικού πήρε δίπλωμα και οδηγούσε το αυτοκίνητο. Πάλι άνεργος. Για ψυχαγωγία ούτε σκέψη. Ο Καραγκιόζης είχε τρεις δραχμές το εισιτήριο, και το σινεμά πέντε. Που και που ο μικρός αδερφός Νίκος έκανε τα εισιτήρια γιατί κι αυτός ό,τι έβγαζε από τη δουλειά, τα έδινε στους γονείς μας και στα βιβλία του. Ήθελα δουλειά, έπρεπε να βγάλω τα έξοδά μου, αλλά και σα νέος να διασκεδάσω λίγο. 1/4μως ήταν δύσκολο. Ο πατέρας που μ' έβλεπε στεναχωρημένο, μου 'λεγε: «θα βρεις δουλειά και θα χορτάσεις κούραση». Θεός σ'χωρές τον ήξερε να σου δίνει κουράγιο. Αν από τον προϋπολογισμό της εβδομάδας περίσσευε τίποτα, μου έδινε για τσιγάρα. Η μητριά που ήταν ο ταμίας, πράγματι τα κατάφερνε. Κι έτσι αγράμματη, απεδείχθη φοβερή οικονομολόγος και προγραμματιστής. Οι μέρες μου ήταν πραγματικά άχαρες, έβγαινα καμία βόλτα γύρω-γύρω στη γειτονιά και πάλι πίσω. Πέρασαν δύο-τρεις μήνες έτσι, μία ημέρα ο Νίκος μου λέει: «σου βρήκα δουλειά, πιστεύω σύντομα». Πράγματι ύστερα από λίγο καιρό έπιασα δουλειά σ' έναν εργολάβο, Αστερινό, που έκανε έργα του Μποδοσάκη. Πριν όμως πάω σ' αυτόν, για λίγες ημέρες δούλεψα ένα αστικό λεωφορείο, που έκανε δρομολόγια πλατεία Κάνιγγος-Γκύζη. Δούλευα τα ρεπό των άλλων δύο οδηγών. Μία ημέρα που έκανα το δεύτερο δρομολόγιο, σ' ένα δρόμο στα Εξάρχεια, ένας πλανόδιος μ' ένα κάρο φορτωμένο μήλα μου 'χε κλείσει το δρόμο. Πιστεύοντας πως θα τα καταφέρω να περάσω ανέβηκα στο πεζοδρόμιο, έγειρε το λεωφορείο, παίρνω σβάρνα το κάρο. Έφτασαν τα μήλα μέχρι την Πατησίων. Μ' έδιωξε τ' αφεντικό. Δεν με πολυπείραζε που μ' έδιωξε γιατί ήταν μαρτύριο. 1/4ταν ήταν να δουλέψω πρωινός κοιμόμουν στο τελευταίο κάθισμα στο λεωφορείο, εκεί στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας που ήταν το γκαράζ. Εγώ εμένα στον Πειραιά και όλες οι συγκοινωνίες σταματούσαν τα μεσάνυχτα. 1/4ταν ήμουν βραδινός, σαν τελείωνα, το κρεβάτι μου ήταν το τελευταίο κάθισμα, όμως ο πρωινός οδηγός με ξύπναγε στις πέντε το πρωί να πάει για δρομολόγιο. 1/4ταν ήταν να δουλέψω πρωινός, περίμενα να σχολάσει το λεωφορείο στις δώδεκα τη νύχτα για να πιάσω το κρεβάτι μου. Δράμα. Τις ημέρες που δούλευα, το σπίτι δεν μ' έβλεπε καθόλου. Έτρωγα ή μεσημέρι ή βράδυ στο εστιατόριο κι έτσι έμεναν λίγα για να βοηθήσω την κατάσταση στο σπίτι. Μια μέρα πέρασα από τη Δημαρχεία να βρω κανένα γνώριμο και να ρωτήσω για δουλειά. Ήταν καλή αυτή η ώρα. Συνάντησα ένα λογιστή που εργάζετο στο τμήμα οικονομικών υπηρεσιών στο Δήμο. Τον γνώριζα από τον λίγο καιρό που εργάστηκα ως κλητήρας πριν πάω φαντάρος. Δεν ξέρω αν αυτό το 'χω μνημονεύσει, όμως εργάστηκα πριν επιστρατευτώ στο Δήμο Αθηνών ως κλητήρας. Μετά επιστρατεύτηκα να υπηρετήσω τη θητεία μου κι έφυγα. Μου λέει ο λογιστής: «Θα κοιτάξω τις ημερομηνίες, πότε προσελήφθης ως κλητήρας και πότε έφυγες για φαντάρος. Αν είχες εργαστεί δύο μήνες δικαιούσαι βάσει του νόμου το σαράντα τοις εκατό του μηνιαίου σου μισθού για όσο διάστημα ήσουνα στρατιώτης». Δεν ήμουν δύο μήνες, ήμουν πενήντα ημέρες. Μου λέει: « θα αλλάξω τις ημερομηνίες για να συμπληρώσεις δύο μήνες, αλλά θα φάω κι εγώ». Έτσι κι έγινε. 1/4ταν πήρα τα λεφτά, δεκαοχτώ χιλιάδες, πολλά λεφτά για τότε, ήταν δεσμίδες χαρτονομίσματα των είκοσι και των δέκα δραχμών, πήγα στο σπίτι και γεμάτος χαρά τα μετρούσα μαζί με τον πατέρα. Μοιάζαμε κεραυνόπληκτοι. Πότε τα βγάζαμε περισσότερα και πότε λιγότερα. Ούτε μια στιγμή δεν μου πέρασε από το μυαλό πως τώρα κάτι θ' αλλάξει στη ζωή μου, πως μπορώ να ντυθώ, να διασκεδάσω ή να πραγματοποιήσω κάποιο ανεκπλήρωτο όνειρο ή κάποια επιθυμία μου σα νέος. Τα 'δωσα όλα στον πατέρα. Υπήρχαν τόσες ανάγκες στο σπίτι. Ο πατέρας βγάζει από μια δεσμίδα ένα δεκάρικο και μου το δίνει για χαρτζιλίκι. Δεν ξέρω πόση χαρά αισθάνεται κανείς όταν παίρνει, όμως ξέρω πόση χαρά και πόση περηφάνια αισθάνθηκα μ' αυτή μου τη χειρονομία. Εκείνο το χαμόγελο του πατέρα, η έκφραση γενικά στο πρόσωπό του, εκείνη η στιγμή θα μου μείνει αξέχαστη. Ο λογιστής μου είπε πως μπορώ να ξαναπάω στη δουλειά. 3/4στερα από σκέψη, και συζήτηση με τον πατέρα και τον αδελφό μου Νίκο, πρότεινα αντί για μένα να έπαιρναν τον αδελφό μου που σπούδαζε και που σαν φοιτητής, τις ώρες που έκανε τον κλητήρα, θα μπορούσε παράλληλα να διαβάζει. Εγώ ήμουν οδηγός, τι δουλειά είχα με τα πρωτόκολλα και με τις εθιμοτυπίες. Έτσι έγινε ο Νίκος κλητήρας. Αρχίσαμε να παίρνουμε την απάνω βόλτα, καιρός μου ήταν σα νέος να βρω συντροφιά ερωτική. Ωραίο παιδί ήμουν, καλός ψήστης και πολλά άλλα προσόντα που χρειάζονται γι' αυτές τις περιπτώσεις. Είχα αρκετές σύντομες περιπέτειες. Ο πατέρας με τα χρήματα που του έδωσα, μεγάλωσε το σπιτάκι μας. Τώρα είχαμε άνεση χώρου, τα πιτσιρίκια μπορούσαν να διαβάσουν, να παίξουν, εγώ να κοιμάμαι στο κρεβάτι μου, η μάνα να έχει το κουζινάκι της. Πρώτα ήταν σήκω εσύ να κάτσω εγώ. Μέναμε στην οδό Καισαρείας κοντά στην εκκλησία τον Αϊ Γιώργη. Στο σημείο αυτό είχε ο Καραϊσκάκης το ταμπούρι του, γι' αυτό και η περιοχή λέγεται Ταμπούρια. Αρχίσαμε να γαληνεύουμε, που και που ο πατέρας με τη φλογέρα του έπαιζε και μας μάθαινε τραγούδια δημοτικά, παραδοσιακά. Τραγούδαγε κι αυτός πολύ καλά, όπως το τραγούδι «είδα απόψε στ' όνειρο μου μαύρα μάτια στο πλευρό μου». Σήμερα, ύστερα από τόσα χρόνια, το θυμάμαι και σκέφτομαι το «ω τσιτσόρνια» και πως όλοι οι λαοί, όλοι οι άνθρωποι μιλούν την ίδια γλώσσα στα τραγούδια τους. Είναι καημοί, ξενιτιά, έρωτας, αγωνία, χαρά. Τραγουδάνε για τα μαύρα μάτια, για τα γαλανά, γι' αυτούς που έφυγαν και τους λείπουν, γι' αυτούς που περιμένουν να 'ρθουν, τραγούδια που μέσα από τα λόγια τους και τη μουσική τους εκφράζουν τα συναισθήματά τους. Άρχισα να διαβάζω ό,τι έβρισκα, έργα από την παγκόσμια λογοτεχνία, Δουμά, Ουγκώ, Ντοστογιέφσκι, Γκόρκι. Είχα μια τάση ρομαντισμού, μου άρεσε η Περλ Μπακ, γιατί διαβάζοντας την βρισκόμουνα νοερά μαζί της στην Κίνα. Μου άρεσε ο Κρόνιν στο «άγουρα χρόνια». Ήμουνα ακόμα παιδί; Έμαθα πολλά πράγματα, άρχισα να ανεβαίνω σιγά-σιγά, μου άρεσε να έχω πάντα κάτι καλύτερο, όμως οι ανάγκες και τα προβλήματα δεν έλειψαν ποτέ κι έγιναν όλα αυτά τροχοπέδη για την πραγματική μου πληρότητα. Δεν ξέρω αν η διατύπωση μου είναι σωστή, αν είναι εγωιστική η έκφραση. 1/4μως ξέρω πως υπάρχουν πολλά ακόμα που πρέπει να μάθω. Σήμερα είμαι στην τρίτη ηλικία, πολλούς στόχους τους έχω πετύχει. Πέρασα και λίγες καλές ώρες στη ζωή μου. Κάποιος άλλος ίσως, αν ένοιωθε περήφανος, χαρούμενος, και αν κάνοντας ισολογισμό έβγαινε συν, αυτό θα πέρναγε μέσα του, θα χώραγε μέσα στο σακούλι του ψυχικού του κόσμου. Το δικό μου σακούλι τι να χωρέσει; Ήταν από χρόνια γεμάτο. Είχε ξεχειλίσει. Η ορφάνια, η κατοχή, το κυνηγητό, τα βασανιστήρια, τα τόσα και τόσα που στην αρχή γράφω, δεν είχαν αφήσει καθόλου χώρο για να περάσουν μέσα μου οι χαρές, όσο κι αν επέμενα. Μια κρούστα χαράς και μέσα γεμάτο πόνο. Επέμεινα σαν τον έμπορα που θέλει να ξεγελάσει τον πελάτη. Προσπάθησα πολλές φορές να αναλύσω τον εαυτό μου. Έκανα αυτοκριτική. Τι είναι αυτό που μου λείπει; Γιατί από μέσα μου αναστενάζω; Πότε θ' απαλλαγώ απ' αυτά τα βιώματα; Δεν τα καταφέρνω καλά στην ψυχανάλυση κι όταν βάζω τον εαυτό μου στην θέση του κατηγορούμενου του βρίσκω ελαφρυντικά και τον αθωώνω. 1/4μως δεν έχω καιρό για τέτοιες πολυτέλειες, αφήνω τους άλλους να με βαθμολογήσουν. Ξαναγυρίζω στην ιστορία μου. ΠΑΝΩ ΒΟΛΤΑ (Ο Αστερινός) Πάλι άνεργος. Η οδός Καισαρείας που μέναμε είναι ένας μακρύς δρόμος. Ξεκίναγε πιο πάνω από το σπίτι μας και έφτανε κοντά στην Κοκκινιά. Τον είχα οργώσει στο πήγαινε-έλα, δεν είχα περιθώρια για μεγαλύτερες βόλτες, ούτε διάθεση. Οικονομικά βρισκόμουνα πάλι στον ίδιο παρανομαστή, ώσπου μια μέρα ο Νίκος μου λέει: «ετοιμάσου, αύριο πιάνεις δουλειά στον εργολάβο και φεύγεις μ' ένα τζιπ για Θεσσαλονίκη. Θα τον περιμένεις στο ξενοδοχείο Τουρίστ. Αυτός θα έρθει σε καμιά-δύο μέρες αεροπορικώς». Τι ετοιμασία να κάνω; Η γκαρνταρόμπα μου δεν μ' απασχολούσε. Δύο σώβρακα, λίγες κάλτσες τα 'βαλα σε μια βαλίτσα. Την έχω ακόμα. Πήρα την μαντύα και μία κουρελού και την άλλη μέρα ξεκίνησα για Θεσσαλονίκη. Ήρθε ο εργολάβος, ξεκινήσαμε για Χαλκιδική, φτάσαμε στο Στρατόνι, ένα παραθαλάσσιο χωριουδάκι. Εκεί γινόντουσαν τα έργα που είχε αναλάβει ο Αστερινός, ο μπάρμπα-Αλέκος. Τι να γράψω γι' αυτόν; Επιτέλους η τύχη μου χαμογέλασε. Χρειάζονται τόμοι ολόκληροι για να περιγράψω αυτόν τον σπάνιο άνθρωπο. Δούλεψα μαζί του πολλά χρόνια, ένοιωσα γι' αυτόν τον άνθρωπο έναν απέραντο σεβασμό. Διδάχτηκα πολλά πράγματα. Σήμερα δεν ζει, έχει χρόνια που πέθανε, όμως δεν θα ξεχάσω ποτέ αυτόν τον εξαίρετο άνθρωπο, τόσο εγώ όσο και τόσοι άλλοι που ήταν στη δούλεψη του. Εκεί στο Στρατόνι ο Μποδοσάκης έκανε πλυντήριο για το μεταλλείο πριν φορτωθεί στα καράβια. Ήταν σιδηροπυρίτης και νομίζω πως τον χρησιμοποιούσε και τον επεξεργάζετο εδώ στην Ελλάδα. Ο μπάρμπα-Αλέκος με τον Μποδοσάκη είχαν στενή συνεργασία. 1/4λες τις κατασκευές τις έκανε ο μπάρμπα-Αλέκος. Χαλκιδική, λιπάσματα στον Πειραιά, το Μποδοσάκειο μέγαρο στην Αθήνα, τη Λάρκο στη Λάρυμνα. Στο Στρατόνι έκατσα δύο χρόνια περίπου. Ο μισθός καλός, έξοδα πολλά δεν είχα, άρχισα να κάνω αποταμίευση, ντύθηκα, αγόρασα κρεβάτι, κουβέρτες, άρχισα να οργανώνομαι και να φροντίζω τον εαυτό μου. Ο μπάρμπα-Αλέκος σαν καλός πατέρας, σαν καλός Σαμαρείτης, ποτέ δεν μας άφησε χωρίς λεφτά. Κάθε μας πρόβλημα φρόντιζε να μας το λύσει, να μας δίνει άδειες μ' αποδοχές, να βλέπει με κατανόηση τις νεανικές μας τρέλες, τις ζημιές που σαν άπειροι κάναμε στ' αυτοκίνητα. Τι σπουδαίος άνθρωπος! Εκεί στο Στρατόνι δημιούργησα την πρώτη σοβαρή ερωτική μου σχέση. Η κοπέλα αυτή, μια όμορφη μελαχρινή, με είχε κατακτήσει. Σεμνή και καλή νοικοκυρά, έγινε γυναίκα μου. Πήρα την Γερακίνα, που πιστή σύντροφος με ακολούθησε σε όλες τις περιπλανήσεις μου, πάντα για τη δουλειά μου, οικονόμα και ορφανή από μάνα. Ενώσαμε την τύχη μας και τη φτώχεια μας. 1/4ταν εργαζόμουνα στο Στρατόνι, βρέθηκα πολλές φορές στη Θεσσαλονίκη για δουλειές, για μεταφορά υλικών κλπ. 1/4μως, επειδή ήμουν καλός οδηγός, ο μπάρμπα-Αλέκος, οσάκις βρισκόταν μαζί μας, έπαιρνε εμένα να τον μεταφέρω με το τζιπ. Άφηνα το φορτηγό, πήγαινα μαζί του, και πάλι στο φορτηγό. Ένα βράδυ χειμωνιάτικο, βρέθηκα στη Θεσσαλονίκη περιμένοντας την άλλη μέρα τον μπάρμπα-Αλέκο που θα 'ρχόταν με τ' αεροπλάνο πρωί, για να φύγουμε για Στρατόνι. Ο δρόμος από το Στρατόνι για Θεσσαλονίκη επικίνδυνος. Τρεις τέσσερις- ώρες ταξίδι, σχεδόν είχε νυχτώσει όταν έφτασα στη Θεσσαλονίκη. Ήμουνα βρεγμένος γιατί ο μουσαμάς από το τζιπ εκστρατείας είχε κάπου σχιστεί. Βρίσκω σ' ένα φτηνό ξενοδοχείο ένα δωμάτιο, έμοιαζε στρατώνας. Καμιά δεκαριά κρεβάτια στη σειρά. Μου 'φτιαξε ένα κρεβάτι, έπεσα για ύπνο. Μόνο τα παπούτσια έβγαλα, μόνος, νεκρική σιγή στο δωμάτιο, με πήρε ο ύπνος αμέσως. Κάποια στιγμή τη νύχτα -έβλεπα συχνά εφιάλτες, ήρθαν ξανά σαν τους διαβόλους- άρχισα να ουρλιάζω, να αγκομαχάω, να προσπαθώ να σωθώ. Είχα γίνει ράκος. Από τις φωνές μου άρχισα να ξυπνάω, δεν είχα συνείδηση που βρισκόμουν. Διώχνω τις κουβέρτες από το κεφάλι μου, τις τινάζω με δύναμη να ξαλαφρώσω, να πάρω ανάσα. Αυτή η στιγμή ήταν η χειρότερη. Βλέπω όρθιο δίπλα μου ένα ρασοφόρο με μακριά γένια και μαλλιά κάτι να μουρμουρίζει και να σταυροκοπιέται. Δεν μπορούσα να καταλάβω αν ήμουν ξύπνιος. Έπαθα σοκ. Ενστικτωδώς ξανασκεπάστηκα, έτρεμα σαν το ψάρι. Στ' αυτί μου έφτανε κάτι σαν ψαλμός. Ανοίγω λίγο τις κουβέρτες και βλέπω την ίδια εικόνα. Σίγουρα είμαι πεθαμένος, σίγουρα βρίσκομαι στο φέρετρο και ψέλνουν τη νεκρώσιμο ακολουθία. 1/4μως σε κάποια στιγμή ακούω να λέει «Κύριε ελέησον, εξόρκισε το σατανά από τούτο το τέκνον». Σιγά-σιγά άρχισα να ξεθαρρεύω. Τι είχε συμβεί; Το βράδυ αργά κι ενώ εγώ κοιμόμουνα, ήρθε να κοιμηθεί σ' αυτό το δωμάτιο-στρατώνα ένας γέρο-καλόγερος από το Άγιον 1/4ρος. Άκουσε τη νύχτα το αγκομαχητό μου και τις φωνές μου κι ο χριστιανός πήρε σβάρνα τα ευχέλαια και τα ξόρκια, μπας και σώσει το δαιμονισμένο που φώναζε. Δεν ξέρω αν μικρός είχα βγάλει την χρυσή, όμως αυτό το βράδυ είδα παρδαλό θεό από το φόβο μου. Πολλά επεισόδια στη ζωή μου υπήρξαν συνταρακτικά, άφησαν σημάδια και στο κορμί και στη ψυχή. Στιγμές που βρέθηκα μεταξύ ζωής και ανυπαρξίας, μεταξύ ονείρου και πραγματικότητας. Σφίγγεις τα δόντια, απλώνεις τα χέρια σου κάπου να κρατηθείς, τρελαίνεσαι. Έτσι και τότε που τραυματίστηκα από τη χειροβομβίδα. Έσκασε στα δύο μέτρα πλάι μου, είδα τον καπνό που έβγαλε, άκουσα τον κρότο, βλήματα στα πόδια, στο κορμί. Δύο θραύσματα έχουν περάσει πέρα-πέρα την κοιλιά μου. Πέτρες που εξοστρακίστηκαν, με πετσόκοψαν στα χέρια και στο λαιμό. Τα σημάδια έμειναν και μου θυμίζουν ό,τι θέλω να ξεχάσω. Θυμάμαι πως ένα άσπρο σύννεφο ήρθε μπροστά στα μάτια μου, αίμα έτρεχε από παντού, έχανα τις αισθήσεις μου, τελείωσα. Άρχισα να συνέρχομαι όταν ένιωσα πόνους στη μέση, σαν να με χτυπούσαν με αιχμηρό σφυρί. 1/4ταν ήρθαν να με μαζέψουν οι συνάδερφοι, μ΄έβαλαν σε μία κουβέρτα, πιάσαν από τις άκρες την κουβέρτα και προσπαθούσαν να μ' ανεβάσουν στο ύψωμα, στο φυλάκιο. 1/4μως η κουβέρτα τέντωνε από το βάρος και με πηγαίναν σχεδόν σούρνοντας. Έτσι, όπου υπήρχε πέτρα ή εξόγκωμα, κοπάναγε η μέση μου και ο πισινός μου. Ίσως αυτός ο πόνος μ' έκανε να ξαναβρώ τις αισθήσεις μου. Άρχισα να λειτουργώ. Σκέφτομαι, κι έτσι είναι, πως για να ξεχάσεις κάτι προηγούμενο, πρέπει το επόμενο να είναι πιο δυνατό, πιο συγκλονιστικό. Εγώ για να ξεχάσω ύστερα από τόσα, πρέπει να μπω στο καμίνι, μέσα βαθιά στην άβυσσο της κόλασης, ή ψηλά στα αστέρια πάνω από τα σύννεφα. Δε ξέρω αν έγινα εγωιστής ή μικρόψυχος. Δε ξέρω αν είμαι μετριόφρων ή μεγαλόψυχος. Ξέρω, γιατί η ζωή μου το δίδαξε, πως για να επιβιώσεις πρέπει να πιστεύεις πρώτα στον εαυτό σου κι ύστερα σ' όλα τ' άλλα. Αντιστρέφω το «συν Αθηνά και χείραν κίνει». Συγγνώμην, αλλά το δικαιούμαι. 3/4στερα από μια ζωή ολόκληρη είναι η πρώτη φορά που λέω δικαιούμαι. Δυστυχώς ναι. Μια ζωή ευθύνες, υποχρεώσεις, υπακοή. Καλός πολίτης, καλός χριστιανός. 1/4λα καλά όσο λες ναι, ακόμα και πως ο γάιδαρος πετάει. Ανάγκη, δεν είσαι καλή δασκάλα. Με βάλανε στο λούκι και συ σαν το λοχαγό της ΕΣΑ με έδερνες με τη βεργούλα. Ήρθε πάλι αυτός ο λοχαγός της ΕΣΑ στη μνήμη μου, η φάτσα του αποτυπώθηκε. Μια ζωή κουβαλάω μέσα μου τη φωτογραφία του. 1/4ταν πηγαινοερχόμουνα στη Θεσσαλονίκη, τότε για δουλειές του μπάρμπα-Αλέκου, ένα βράδυ περπατώντας στην οδό Τσιμισκή, βλέπω κάποιον που περιεργαζότανε τις βιτρίνες των καταστημάτων. Από περιέργεια κοίταζα κι εγώ καμιά βιτρίνα, όχι για να αγοράσω τίποτα αλλά για να βλέπω τι ρούχα φορούσαν, γιατί ακόμα δεν είχα αποχωριστεί τη μανδύα και το αμπέχονο. Πολλοί άνθρωποι κυκλοφορούσαν σ' αυτό το δρόμο, όμως αυτός ο τύπος κάτι μου θύμισε. Τον προσπέρασα και ξαναγύρισα για να τον δω κατάφατσα. Δεν έπεσα έξω. Ήταν ο λοχαγός της ΕΣΑ που μ' έδερνε, τότε που ήμουνα κρατούμενος. Φορούσε πολιτικά ρούχα, ίσως να είχε αποστρατευθεί, ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι μου. Να πω τη συνέχεια; Απλώς θα επαναλάβω ό,τι έγραψα γι' αυτόν, ένα καθίκι, ένα αντράκι της καρπαζιάς. 1/4ταν του είπα ποιος είμαι, μαζεύτηκε ένα κουβάρι από το φόβο του. Τον έφτυσα κατάμουτρα. Σιχαμερό ανθρωπάκι, ένα μηδενικό χωρίς τις επωμίδες. Συνέχισα το δρόμο μου και δε θυμάμαι αν αυτό το βράδυ είναι που στο ξενοδοχείο είχα τους εφιάλτες και φώναζα. 1/4ταν το έργο στο Στρατόνι βρισκόταν στο τέλος, το προσωπικό του μπάρμπα-Αλέκου μοιράστηκε. Άλλοι πήγανε στη Βαύδο, όπου η περιοχή έβγαζε λευκόλιθο, για να φτιάξουν τις εγκαταστάσεις, άλλοι στην Αθήνα. Έτσι βρέθηκα ξανά στην Αθήνα, δούλεψα στα λιπάσματα στη Δραπετσώνα όπου και κει κάναμε τις εγκαταστάσεις, μετά στο Ζάππειο στο Μποδοσάκειο Μέγαρο. Έτσι λέγεται σήμερα. Είχα εν τω μεταξύ στεφανωθεί με τη Γερακίνα. Ένα δωμάτιο, μια μικρή κουζίνα, λίγα μαχαιροπήρουνα, μερικές κατσαρόλες, ήταν το πρώτο νοικοκυριό μας. Ενοίκιο, φως, νερό, τρόφιμα. Κάθε εβδομάδα που πληρωνόμουν βάζαμε στην άκρη τα χρήματα για τα έξοδα αυτών των ημερών. Αφού εξασφαλίζαμε πρώτα αυτά, ό,τι περίσσευε δεν έφτανε να πληρώσουμε δύο εισιτήρια στον κινηματογράφο. Γι αυτό, αν και την άλλη εβδομάδα περίσσευε κάτι, πηγαίναμε κάθε δεκαπέντε μέρες στον κινηματογράφο. Για να πάω από τα Ταμπούρια στα λιπάσματα, έπρεπε να πάρω δύο συγκοινωνίες, μιάμιση δραχμή συν μιάμιση δραχμή ίσον τρεις δραχμές, και το βράδυ να γυρίσω άλλες τρεις, ίσον έξι. Δεν άντεχε ο προϋπολογισμός. Έτσι, παραμάσχαλα το κατσαρόλι με το φαγητό και με τα πόδια, αυτά τα σακατεμένα, πήγαινα στη δουλειά. Πέρασε κάνα εξάμηνο μ' αυτές τις συνθήκες, η δουλειά τελείωνε κι έπρεπε να πάω στη Λάρυμνα. Είχε αρχίσει εκεί το έργο. Μαζέψαμε με τη Γερακίνα ένα μικρό μπόγο τα ρουχαλάκια μας, τα πιάτα, μια γκαζιέρα, κλειδώσαμε το δωματιάκι μας και φύγαμε για Λάρυμνα. Ένα αφιλόξενο λασποχώρι. Που να κοιμηθείς; Που να ακουμπήσεις το νοικοκυριό σου; Τέλος, βρήκαμε ένα δωμάτιο, στην πραγματικότητα καμαρούλα μια σταλιά, δύο επί τρία. Δεν είχε βγει ακόμα το τραγούδι, βρήκα μια δίφυλλη πόρτα, έκανα στρίποδα και να το κρεβάτι. Από ένα βορινό παράθυρο έμπαινε λίγο φως. Εκεί μείναμε ένα χρόνο περίπου. Τις ελεύθερες ώρες μου ψάρευα στο λιμάνι. Μου 'κανε παρέα και η γυναίκα μου, πολλές φορές εξασφαλίζαμε για το βράδυ το ψαράκι μας. 1/4ταν ερχόντουσαν καράβια να ξεφορτώσουν μηχανήματα για το έργο, έκανα υπερωρίες. Η Γερακίνα ήξερε να μαντάρει κάλτσες. Τότε είχαν πρωτοβγεί οι νάιλον κάλτσες. 1/4ποια γειτόνισσα ήθελε κάτι τέτοιο έφερνε κανένα αυγό. Αρχίσαμε να κάνουμε αποταμίευση, το πρώτο κομπόδεμα εκεί ξεκίνησε. Εργατικός εγώ, οικονόμα η Γερακίνα, κάθε μήνα και κάτι περίσσευε. Ήταν μια ωραία προσπάθεια κι ένα ωραίο ξεκίνημα σα νιόπαντροι. Πραγματικά εκεί περάσαμε καλές ημέρες. 1/4μως κι εδώ το έργο τελείωνε, φορτώσαμε τα πράγματα μας κι επιστροφή στον Πειραιά. Σαν ανοίξαμε το σπίτι, όλο μύριζε μούχλα, σαπίλα. Ημιυπόγειο, φτηνή κατασκευή, η υγρασία είχε καταστρέψει ό,τι είχαμε αφήσει. Πρέπει να αποδώσω τα του Καίσαρος τω Καίσαρι, πρέπει να πω πως η Γερακίνα υπήρξε ένας πολύ καλός σύντροφος, αυτό το αλλήλων τα βάρη βαστάζει το είχε μέσα της, πίστευε στο γάμο και στην οικογένεια, στεναχωρέθηκε που είδε έτσι το μικρό νοικοκυριό μας, αλλά μου λέει: «εσύ πήγαινε στη δουλειά σου, αυτά θα τα τακτοποιήσω εγώ». Τόσα χρόνια έχουν περάσει, όμως ακόμα είναι η ίδια. Μεγάλωσε δύο παιδιά, πολλές φορές όχι μόνο σα μάνα αλλά και σαν πατέρας. Ποτέ δεν είπε όχι σε κάθε μου απόφαση, στην προκοπή μας και σ' ό,τι φτιάξαμε βοήθησε πολύ. Συνεχίζω την ιστορία μου. Το πατρικό μου σπίτι ήταν κοντά σ' αυτό που έμενα. Ο Νίκος είχε πάρει υποτροφία, είχε τελειώσει Εμπορική και Νομική, τώρα ήταν στο Λονδίνο στην Οικονομική, πήρε ντοκτορά. Συνέχιζα να δουλεύω κοντά στον μπάρμπα-Αλέκο, ήμουνα καλός στη δουλειά μου και μ' εμπιστευόταν. Πολλές φορές με την κούρσα του, τους πήγαινα βόλτα, αυτόν, τη γυναίκα του και τους φίλους του. Με τους πολιτικούς μηχανικούς, που κι αυτοί ήταν στη δούλεψη του, είχαμε γίνει φίλοι, πονάγαμε για τη δουλειά. 1/4ταν κάναμε τις εκσκαφές στο Μποδοσάκειο, είχαμε πρόβλημα για το που θα πετάμε τα μπάζα. Ανέθεσαν σε μένα να ρυθμίσω όλη αυτήν τη διαδικασία. Φόρτωση-μεταφορά. 1/4χι μόνο τα κατάφερα καλά, αλλά από αυτή την ιστορία έβγαλα και αρκετά χρήματα. Η περιοχή των Τζιτζιφιών τότε ανοικοδομείτο και χρειαζόντουσαν μπάζα στις οικοδομές. Τα περισσότερα μπάζα τα πούλησα. Έκανα ένα γερό κομπόδεμα. Μαζί με τα λεφτά, ήρθε στον κόσμο και το Γιωτάκι, το πρώτο μου παιδί. Γεννήθηκε στην κλινική, στην οδό Μάρνη, του Γιώργου Παπαδόπουλου, αυτόν που γνώρισα κρατούμενος στην ΕΣΑ. Άλλαξα σπίτι, πήγα πιο κοντά στους γέρους, ο Γιάννης κι η Τούλα σχολείο, είχα να τους δίνω για κανένα τετράδιο και για καμία σοκολάτα. 1/4λα όμως έχουν ένα τέλος. Οι δουλειές του Αστερινού λιγόστεψαν, άρχισα να σκέφτομαι για δουλειά δικιά μου. Έτσι το 1956 ξεκίνησα με πολλά γραμμάτια για μισό λεωφορείο στο ΚΤΕΛ Αμφίσσης. 1/4μως για αρκετούς μήνες ήμουνα άνεργος κι ώσπου να ετοιμαστεί το λεωφορείο δούλευα νυχτερινός ένα ταξί. Λίγο το κέρδος. Σαν εγύριζα τα ξημερώματα στο σπίτι, η γυναίκα μου έπαιρνε το Γιωτάκι και πήγαινε βόλτα στους γέρους για να μπορέσω να κοιμηθώ λίγες ώρες. Ήτανε κλαψούρικο και ζαβολιάρικο. Στην ίδια αυλή που μέναμε, εκεί στο βάθος ήταν ένα αχούρι, μέσα ένα άλογο, πολλές φορές η βρώμα ήταν ανυπόφορη από τις σβουνιές και τα κάτουρα. Μια σόμπα για να ζεσταινόμαστε έκαιγε ξύλα. Κάθε πρωί όταν επέστρεφα στο σπίτι από το ταξί, όπου υπήρχε οικοδομή, μάζευα σανίδες και φορτωμένος τις πήγαινα στο σπίτι. Έτσι είχαμε εξασφαλίσει και τη θέρμανση για λίγες ώρες. Γράφοντας τώρα για τα περασμένα και φρεσκάροντας τη μνήμη μου, βλέπω πως πολλά πράγματα έχω ξεχάσει να τα αναφέρω. Υποσυνείδητα ίσως, δεν θέλω να βγουν στην επιφάνεια και για να μην γίνει καμία παρανόηση ότι κάποια σελίδα από τη ζωή μου δεν είναι καθαρή, λέω πως θέλω να τα ξεχάσω, γιατί αν τ' αναφέρω ίσως θεωρηθώ παράλογος ή ότι εν ονόματι της αλήθειας δήθεν, τσαλάκωσα μνήμες και πρόσωπα. Ήταν μία εποχή που δεν είχα τόσο ανάγκη οικονομική. Υπήρχαν αυτά τα λίγα. Εξασφαλισμένο το φαΐ, οι σανίδες για τη σόμπα, το δωμάτιο δίπλα στο αχούρι. Μην λες άλλα Γιώργο, ξέχασέ τα. Πέρασαν τόσα χρόνια. Για κάθε πράγμα, για κάθε ερωτηματικό υπάρχει η εξήγηση και η απάντηση, αν το ψάξεις. Εγώ ψάχνω τον εαυτό μου, γράφω και σκαλίζω μέσα μου και δίνω απάντηση. Χρειάζεται πολύ κουράγιο και μεγαλείο για να συγχωρείς. Κάνεις τον πόνο σου τραγούδι σα νοιώθεις πως σου φέρονται σα να 'σαι ξένος. 1/4μως έπαιρνα κουράγιο από το μωράκι, απ' αυτό το κλαψούρικο, που σα με φώναζε μπαμπά κατουριόμουνα από τη χαρά μου, ήθελα να του δώσω τον ουρανό με τ' άστρα. Δεν μπορούσα ακόμα, όμως έλεγα μέσα μου έχεις τη μανούλα σου. Αυτή είναι για μας, θα σε μεγαλώσει μ' αγάπη και φροντίδα. Εγώ θα βγάλω φτερά, θα γυρίσω δύση κι ανατολή για να μη μας λείψει τίποτα. Αυτή τη στιγμή που γράφω, αναδεύονται μέσα μου οι πίκρες, φουσκώνει σαν οργισμένη θάλασσα η δίκαιη αγανάκτηση. Θα σταματήσω το γράψιμο για σήμερα, όμως πριν κλείσω αυτήν τη σελίδα από τη ζωή μου, θα τραγουδήσω και θα πω:«ποτέ ορφανός δεν χαίρεται, χήρα δεν καμαρώνει» και πως η ορφάνια κρατά δύο γενεές. ΚΤΕΛ ΦΩΚΙΔΟΣ - ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ ΣΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ Άμφισσα 4/1/1988. Έχουν περάσει πολλά χρόνια, τριάντα, τριανταπέντε, σαράντα, από τα γεγονότα αυτά. Λένε πως ο χρόνος είναι γιατρός για κάθε βάσανο. Λένε πως κάποια στιγμή ξεχνάει ο άνθρωπος, γιατρεύονται οι πληγές του, έρχεται η λήθη, ηρεμεί. Έτσι λένε, πάντα αυτό λένε. Εγώ θα πω σε όλους πως έχουν κάνει λάθος. Τότε το 1955 ως 1957, στη μεγάλη προσπάθεια που έκανα να σταθώ επαγγελματικά αλλά και στα κατοπινά χρόνια, έμοιαζα σαν τον ακροβάτη που περπατάει σε ένα τεντωμένο σκοινί χωρίς από κάτω να έχει δίχτυ ασφαλείας. Έτσι και παραπατούσα λίγο, χανόμουνα. Είχα επιστρατεύσει ό,τι δύναμη μου είχε απομείνει. Η μόνη εγγύηση που είχα, ήταν η εργασία μου ως οδηγός και παράλληλα η συμπαράσταση από τη γυναίκα μου, που με την υπομονή της και τη νοικοκυροσύνη της, έκανε κι αυτή ό,τι μπορούσε να με βοηθήσει. Είχαμε περικόψει κάθε άλλο έξοδο εκτός από το καλό τραπέζι και τα απολύτως απαραίτητα. Ήρθε στο μυαλό μου κάτι χαρακτηριστικό. Ένα κραγιόν, που από κοπέλα το είχε η Γερακίνα, υπάρχει ακόμα και σήμερα. Τώρα που το θυμάμαι γελάω, όμως είμαι συγκινημένος. Ο αδελφός μου Νίκος ήταν ακόμα στο Λονδίνο, στις σπουδές του. Είχε εν τω μεταξύ παντρευτεί κι αυτός. Το γράφω αυτό γιατί έχω να πω τόσα γι' αυτόν τον αδελφό, το φίλο, αυτόν που στάθηκε κοντά μου με αγάπη, πάντα, τόσο σ' εμένα αλλά και στη φαμίλια μου. Εκείνη την εποχή έλειπε και δεν είχα κάποιο να μιλήσω ή να μου πετάξει ένα σωσίβιο αν χρειαζόταν. Ήταν δύσκολοι καιροί για μένα. Ήταν μια εποχή που αν δεν είχες πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων από τον μπακάλη της γειτονιάς σου ή του χωριού σου, αν δεν είχες πιστοποιητικό από τους σπιούνους ή τους δοσίλογους, δεν μπορούσες να πιάσεις δουλειά. Πόσο μάλλον να γίνεις αυτοκινητιστής, επιχειρηματίας. Αυτά τα πιστοποιητικά ήταν πιο ισχυρά απ' αυτά που είχα εγώ. Το ότι πολέμησα τον κατακτητή στα χρόνια της κατοχής κι ότι αργότερα υπηρέτησα την πατρίδα και τραυματίστηκα δια την «έννομον τάξιν της χώρας μου», αυτά δεν μέτραγαν! Ήθελα μερικά πράγματα να μην τα συζητήσω σ' αυτή την ιστορία μου, να κρατήσω την αγανάκτηση και τις απόψεις για τον εαυτό μου. Είναι αυτό που νωρίτερα σε κάποια σελίδα γράφω, δηλαδή πως το δίκαιο είναι έννοια υποκειμενική. 1/4μως όλα έχουν σχέση μεταξύ τους. Σ' αυτό το βιογραφικό μου, που κανείς δεν με υποχρέωσε να το γράψω, πρέπει να πω την αλήθεια γιατί δεν υπάρχει καμία σκοπιμότητα, γιατί έτσι ήταν τότε, έτσι αισθανόμουνα. Ούτε ιστορία γράφω, ούτε παραμύθια. Η ιστορία ξεκινάει με την αλήθεια, αλλά για πολλούς και διάφορους λόγους καταλήγει σε ψέμα. Τα παραμύθια ξεκινάνε με ψέμα, αλλά ψάχνοντας κι αναζητώντας ίσως σε οδηγήσουν σε κάποια αλήθεια. Και με τις δύο αυτές απόψεις δεν έχω καμία σχέση, γιατί δεν έχω κανένα ιδιαίτερο λόγο να το κάνω. Γράφω για τον εαυτό μου και δεν μπορώ να ξεχάσω ένα πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων που έμοιαζε με τη Λερναία 3/4δρα και κάθε φορά που άνοιγα μια πόρτα να το ζητήσω, έβρισκα ένα στόμα ανοιχτό, έτοιμο να με κατασπαράξει. Τελικά το πήρα αφού έδωσα στο θηρίο μερικούς λαγούς και πέρδικες. Έτσι για ορεκτικό. Ώσπου να του πάω και τους άλλους λαγούς με τα πετραχήλια, είχα ξεκινήσει τη δουλειά μου. Το Μάρτιο του 1957 είχα μισό λεωφορείο ιδιοκτησία μου, στο ΚΤΕΛ Αμφίσσης. Εικοσιτέσσερις θέσεις. Το ξεκίνησα του Ευαγγελισμού, γι' αυτό και το 'λεγα Βαγγελίτσα. Πολλά γραμμάτια, λίγα τα κέρδη και μακριά από την οικογένεια, γυναίκα και παιδί μόνοι τους, ζήτησα από τον πατέρα να μείνουν κοντά τους στο σπίτι, αυτό που τώρα είχε γίνει μεγάλο και το μισό ήταν νοικιασμένο. Ήθελα να έχω την οικογένεια μου κοντά σε δικούς μου ανθρώπους, γιατί εγώ έλειπα. Έπρεπε να ξεχρεώσω το λεωφορείο. Έπρεπε να μη χάσω το τρένο. Πάνω σ' αυτές τις τέσσερις ρόδες στήριξα όλες μου τις ελπίδες για καλύτερη ζωή. Τελικά ο πατέρας δέχτηκε να πάω στο σπίτι, αλλά να πληρώνω το ενοίκιο που έπαιρνε από τον προηγούμενο νοικάρη. Τώρα οι δέκα και οι είκοσι δραχμές δεν ήταν χαρτονομίσματα αλλά κέρματα..... Την άδεια του λεωφορείου την είχε ο αδελφός της συγχωρεμένης της μάνας μου, ο θείος Μήτσος Ανδριτσόπουλος. Αυτός μου πρότεινε να συνεταιριστούμε και έβαλα το μισό κεφάλαιο. Στο πρόσωπό του έβλεπα τη μάνα μου. Τον σεβόμουνα και τον αγαπούσα, του είχα εμπιστοσύνη. 1/4ταν έγινε η απελευθέρωση από τον κατακτητή το 1945, με πήρε μαζί του σ' ένα μικρό φορτηγό που είχε για να μάθω να οδηγώ. Φόρτωνα, ξεφόρτωνα, έπλενα, έφτιαχνα λάστιχα. Μεροκάματο πέντε δραχμές. Μάθαινα την τέχνη του οδηγού. Έτσι μου 'λεγε όταν ζητούσα καμία δραχμή παραπάνω. Με πέντε δραχμές τι να κανείς; Το παντελόνι έλιωσε, τα παπούτσια τρύπια, ο θείος είχε δικά του παιδιά να φροντίσει, ο πατέρας όταν του γύρευα μου 'λεγε εκεί που δουλεύεις εκεί να γυρεύεις, όμως και οι δύο προστάτες μου έλεγαν πως μ' αγαπούσαν. Μια νύχτα γυρίζοντας με το φορτηγό από τη Στυλίδα φορτωμένο αλάτι, εκεί στο δρόμο στον κάμπο Λαμίας, όπως ήμουνα σκαρφαλωμένος πίσω στην καρότσα, βλέπω μέσα στο χαντάκι ένα γουρουνόπουλο να σούρνεται. Προφανώς είχε πέσει από διερχόμενο αυτοκίνητο. Δεν χάνω καιρό, κατεβαίνω το αρπάζω τρέχω πίσω από το φορτηγό μας, το ρίχνω μέσα στην καρότσα. Η ταχύτητα που πήγαινε το αυτοκίνητο δε θα ήταν περισσότερο από πέντε ως εφτά χιλιόμετρα την ώρα, παλιόδρομος και φορτωμένο, μπορεί αν κάποια στιγμή έτρεχε λίγο περισσότερο να μην προλάβαινα. 1/4μως, το ρισκάρισα. Θα ήταν γύρω στα δέκα ως δεκαπέντε κιλά. 1/4ταν φτάσαμε στο χωριό τότε το είδε ο θείος, του εξήγησα πως και τι, και πως αν το 'δινα στο χασάπη θα έπαιρνα με αυτό παντελόνι και παπούτσια. Το κράτησε στο σπίτι του και σε καμιά-δύο μέρες κάλεσε τους φίλους του και το φάγανε. Έτσι έμεινα ξεβράκωτος και ξυπόλητος. 1/4ταν του είπα πως αυτό το γουρουνόπουλο εγώ το βρήκα, εγώ το μάζεψα και το δικαιούμαι, μ' απάντησε πως αν δε με είχε στο αυτοκίνητο, που θα το 'βρισκα! «Αν δεν ήσουν Γιωργάκη μαζί μου, θα έβρισκες γουρουνόπουλο;» Μπορεί να είχε δίκιο ο άνθρωπος. Αν δεν..., αν δεν ήταν η μάνα μου αδελφή του, δε θα ήταν θείος μου. Αν με γεννούσε γουρούνα, θα ήμουν εγώ το γουρουνόπουλο. Σωστά πράγματα, σωστά και πρόσβαρα κι ο κώλος έξω. Είχα κι αλλά τέτοια με το θείο κι ήταν λάθος μου που δέχτηκα να συνεταιριστώ στο λεωφορείο, γιατί πολλές φορές μ' έριξε. Ήξερα πως για το συμφέρον του ξέχναγε ποιος είμαι. Ο αδελφός μου Νίκος σαν αγνό παιδί, πίστευε κι εκείνος στο θείο. Κι έτσι, αν και είχε τελειώσει οικονομικές και νομικές επιστήμες, ποτέ δεν τις χρησιμοποίησε στη συνεργασία μου με το θείο. Άλλωστε από ποιον να με προστατέψει; Να με προστατέψει από τον προστάτη μας; Αδελφέ μου τιμήσαμε τη μνήμη της μάνας μας. Ίδια σκεπτόμασταν και οι δύο, πήραμε απογοητεύσεις, ωριμάσαμε. Δεν προδώσαμε ποτέ τα αισθήματά μας και τον εαυτό μας. Πριν πάω στο σπίτι το πατρικό να μείνω, είχα αλλάξει τρία-τέσσερα σπίτια. Μόλις έφτιαχνα το χώρο για να βολευτούμε, οι ιδιοκτήτες, στο χρόνο απάνω, μου ζητούσαν αύξηση ενοικίου. Έβρισκα κάτι άλλο πιο φτηνό κι έφευγα. Ευτυχώς δεν είχα πρόβλημα στη μεταφορά. Λίγο το νοικοκυριό μου, κούνια, κρεβάτι, κουταλοπήρουνα, δύο-τρεις καρέκλες. Το 1958, η Γερακίνα ήταν έγκυος. Περίμενα με λαχτάρα το δεύτερο παιδί κι έλεγα πως θα 'ναι γιος, όμως εγέννησε πρόωρα δίδυμα. Νοσοκομεία, κλινικές, θερμοκοιτίδες, δυστυχώς δεν τα γλυτώσαμε. Στεναχώριες, βάσανα, έξοδα, που να πρωτοφτάσω. Το μεροκάματο; Τα γραμμάτια; 1/4μως τώρα είχα τον αδελφό μου. Πήρε στην πλάτη του αρκετό φορτίο δικό μου. Με βοήθησε πολύ, μου συμπαραστάθηκε όσο κανένας άλλος στη ζωή μου μέχρι σήμερα. Περνούσαν οι μέρες, άρχισα να ξαναβρίσκω το ρυθμό μου και τότε με αυτά τα βάσανα μεταφέρθηκα στο πατρικό σπίτι, τώρα πιο ήσυχος μια και το Γιωτάκι θα είχε δίπλα του τον παππού να του λέει κανένα παραμύθι και να βγαίνει μαζί του περίπατο. Ξεκίναγα με περισσότερο κουράγιο. Πάλεψα σκληρά, πότε νηστικός, πότε μισοφαγωμένος. 1/4ταν ο καιρός το επέτρεπε, κοιμόμουν νύχτες μες στο λεωφορείο. 1/4ταν σε κάποιο ταξίδι μου στο Γαλαξίδι πήρα τη Γερακίνα και το Γιωτάκι μαζί, στρώσαμε το μουσαμά του λεωφορείου και κοιμηθήκαμε πάνω σ' ένα τόπο από πέτρες. Ήταν καλοκαίρι, η Γερακίνα δεν κοιμήθηκε, έμεινε ξάγρυπνη όλη τη νύχτα σα σκοπός να μας προστατεύει. Το ξενοδοχείο ήταν ακριβό, ήταν πολυτέλεια για μας. Έλεγα κουράγιο, κάποια στιγμή θα δικαιωθούμε. Δεν πέτυχα πολλά-πολλά πράγματα, όμως δικαιούμαι κι εγώ και η γυναίκα μου έστω ένα μικρό χειροκρότημα σ' αυτήν μας την προσπάθεια τόσα χρόνια. Το Γαλαξίδι και μερικά άλλα χωριά στο νομό Φωκίδας, τα ήξερα και είχα ζήσει για λίγες ώρες σ' αυτά όταν ήμουνα αντάρτης στον απελευθερωτικό αγώνα από τους Γερμανό-Ιταλούς. Θυμάμαι τότε, 1943, στο Γαλαξίδι πήγα δια θαλάσσης. Από την Ιτέα είχαμε φορτώσει σε μια μαούνα λάδια κι ελιές για να τα προωθήσουμε προς τα ορεινά χωριά. Τα χρόνια εκείνα δεν υπήρχε δια ξηράς συγκοινωνία από Ιτέα για Γαλαξίδι. Φορτώσαμε τη μαούνα και περιμέναμε να φυσήξει αέρας τη νύχτα, Στεριανός, έτσι τον λένε οι θαλασσινοί, να φυσήξει, να φουσκώσουν οι δύο-τρεις βελέντζες που χρησιμοποιούσαμε για πανί. Έτσι κι έγινε. Κατά τις δύο τα μεσάνυχτα ανοίξαμε πανιά. Είμασταν τέσσερις αντάρτες, ο ένας από Ιτέα ήξερε από θάλασσα. 1/4λοι ήμασταν αντάρτες ΕΠΟΝ-ΕΛΑΣ. Ήταν μια διαδρομή όνειρο, το φεγγάρι παιχνίδιζε με τα κύματα, η μαούνα πήγαινε πρίμα και μ' αρκετά μίλια ταχύτητα. Κάποια στιγμή στο μέσο της διαδρομής, βλέπω να έρχονται γύρω-γύρω στη μαούνα, πότε να φεύγουν μπροστά, πότε να πηδάνε έξω από το νερό κάτι μεγάλα ψάρια. Πρώτη φορά έβλεπα τέτοια πράγματα. Είχα το αυτόματο στα χέρια κι έριξα μια ριπή κατά πάνω τους. Με σταμάτησε ένας της παρέας και μου εξήγησε πως είναι δελφίνια. Φτάσαμε στο Γαλαξίδι, ξεφορτώσαμε και το μεσημέρι της άλλης ημέρας τραβώντας κουπιά, γυρίσαμε στην Ιτέα. Φτάνοντας στο μόλο, βλέπω να μας περιμένουν από την οργάνωση. Ήταν και η Αμαλία, του Μηλιορδοβασίλη. Δε ξέρω πως βρέθηκε εκεί. Είμασταν κατάκοποι, άυπνοι και νηστικοί και το βράδυ έπρεπε να ξανακάνουμε το ίδιο δρομολόγιο. Η θάλασσα ήταν ήρεμη κι έβλεπα ένα κοπάδι κεφαλόπουλα να πηγαινοέρχεται στο μόλο. Είχα μαζί μου δύο χειροβομβίδες, απομακρύναμε τους επισκέπτες, ρίχνω τη μία μέσα στη θάλασσα, σκάει και βγάζουμε γύρω στις δέκα ως δεκαπέντε οκάδες ψάρια. Φάγαμε. Τα περισσότερα τα μοιράσαμε σ' άλλους νηστικούς. 1/4ταν άρχισα με το λεωφορείο να κάνω συγκοινωνία, σε πολλά μέρη είχα πάντα κάτι να θυμηθώ από τα χρόνια της κατοχής. Ήμουνα μαθημένος στην ταλαιπωρία, έτσι αυτό το βράδυ που κοιμήθηκα στο μουσαμά με το Γιωτάκι και την Γερακίνα στο Γαλαξίδι, δεν ένιωσα άσχημα για τον εαυτό μου, αλλά για την οικογένειά μου που δεν μπορούσα να ξανοιχτώ, που ακόμα δεν είχα την οικονομική δυνατότητα να τους προσφέρω έστω και την στοιχειώδη άνεση. Στη δεύτερη μεταφορά από Ιτέα-Γαλαξίδι με τη μαούνα κι ενώ τότε είχαμε ξεφορτώσει τα εφόδια, ένας Γαλαξιδιώτης από την τοπική οργάνωση μας ειδοποιεί πως είδε στο βάθος του ορίζοντα με τα κιάλια ένα πλεούμενο, και πως ίσως πρόκειται για Γερμανικό πολεμικό σκάφος. 1/4λοι μαζί μεταφέραμε τα εφόδια σε μια αποθήκη εκεί κοντά. Είχαμε τελειώσει, οι πολίτες πήγαν στα σπίτια τους και στα καφενεία σα να μη συνέβαινε τίποτα. Εμείς οι τέσσερις ένοπλοι ανηφορήσαμε προς τη βουνοπλαγιά. 1/4μως δεν είχαμε πάρει τις ανάλογες προφυλάξεις και οι Γερμανοί μας είδαν από το μικρό πολεμικό σκάφος, γιατί πράγματι ήταν Γερμανικό πολεμικό αυτό που νωρίτερα μας είπε ο παρατηρητής. Το Γαλαξίδι είναι σ' ένα φυσικό κόλπο κρυμμένο από το πέλαγος, αλλά και από μικρή απόσταση δε φαίνεται. Ένα ωραίο απανέμι, που είχε γνωρίσει για πολλά χρόνια δόξα και πλούτο. Τα εμπορικά Γαλαξιδιώτικα καράβια είχαν οργώσει όλες τις θάλασσες και τους ωκεανούς και οι καπεταναίοι του είναι και σήμερα ακόμα οι πρώτοι στην παγκόσμια ναυτιλία. Γι' αυτή του τη γεωγραφική του θέση το χρησιμοποιούσαμε πολλές φορές για τον ανεφοδιασμό του ΕΛΑΣ, αλλά και για άλλες ανάγκες, όταν τα περάσματα από στεριά ήταν μπλοκαρισμένα από τα στρατεύματα κατοχής. Δεν μας είδαν που ξεφορτώναμε, μας είδαν όμως όταν εμείς οι τέσσερις ανηφορίζαμε. Άρχισαν να μας ρίχνουν μ' ένα κανόνι, πολλά βλήματα πέφταν κοντά μας, έπρεπε να γείρουμε πίσω από την πλαγιά για να μη μας βρίσκουν τα βλήματα. Πότε τρέχοντας και πότε μπουσουλώντας, τα καταφέραμε. 1/4μως, όταν κάποια στιγμή ασφαλισμένοι πλέον σταματήσαμε, εγώ βλέπω πως δεν κρατάω το αυτόματο στα χέρια μου. Το όπλο που είχα πάρει στη μάχη της Αράχοβας από Γερμανό. Για μία στιγμή σκέφτηκα μήπως το άφησα στη μαούνα. 1/4ταν είπα στους άλλους τι έπαθα, μου λένε το όπλο κρέμεται πίσω στην πλάτη σου. Έτσι ήταν. Στη βιασύνη μας, φεύγοντας το πέρασα χιαστή γιατί έπρεπε να 'χω ελεύθερα τα χέρια μου για τη μεταφορά νωρίτερα, αλλά και για το τρέξιμο. Γελάσαμε με το επεισόδιο, κάναμε από ένα τσιγάρο στριφτό και συνεχίσαμε προς τα πάνω για το Λιδωρίκι. Θυμήθηκα αυτό το επεισόδιο τώρα μιλώντας για το Γαλαξίδι. Έχω τόσα άλλα ακόμα από τη ζωή μου ως αντάρτης, όμως 1943 έως 1988, έχουν περάσει σαρανταπέντε χρόνια και φυσικό είναι η μνήμη να μην τα συγκρατεί από χρονολογικής πλευράς απόλυτα σωστά. Είχαμε προορισμό το Λιδωρίκι, γιατί αυτά που ξεφορτώσαμε στο Γαλαξίδι θα τα προωθούσε η τοπική οργάνωση ΕΑΜ. Θα τα προωθούσε στο Λιδωρίκι και στη συνέχεια Μαυρολιθάρι, Καρπενήσι κ.λ.π. κι έπρεπε να ξέρουμε αν όλα έφτασαν σωστά στον προορισμό τους. Αυτά τα εφόδια τα είχαμε μαζέψει από τα γύρω χωριά της Άμφισσας και από την Άμφισσα. Για τις ελιές και το λάδι που πήρα από την Άμφισσα, έδινα αποδείξεις για πόσες οκάδες πήρα από σπίτια και μαγαζιά, ώστε να πληρωθούν κάποια στιγμή ή ποτέ. Οι αποδείξεις έγραφαν ονοματεπώνυμο και ημερομηνία, από κάτω, εγώ ο παραλαβών: υπογραφή Πολυδεύκης. 1/4ταν ήρθα στην Άμφισσα ως αυτοκινητιστής το 1957 και γνωρίστηκα με ανθρώπους χωρίς να τους πω ποιος ήμουνα, σε κάποια συζήτηση για επεισόδια και ιστορίες της κατοχής, σ' ένα φιλικό σπίτι, είπαν ότι είχαν δώσει κι αυτοί πολλά για τον αγώνα και ότι έχουν και μια απόδειξη για οχτακόσιες οκάδες ελιές. Θυμήθηκα τους ανθρώπους και το σπίτι τους όταν φόρτωνα τις ελιές. Είχαν ακόμα την απόδειξη, ένα κίτρινο χαρτί, με υπογραφή Πολυδεύκης. Μετά από χρόνια τους εμπιστεύτηκα. Ήταν η οικογένεια Αθανάσιου Κανάτα, τους είπα πως εγώ είμαι ο Πολυδεύκης. Tώρα πια δεν ήμουν ο Πολυδεύκης, αλλά ένας μικροαστός, ένας επιχειρηματίας και σαν τέτοιον με είχαν δεχτεί στο χώρο τους οι αυτοκινητιστές και οι μέτοχοι του ΚΤΕΛ. Δραστήριος όπως πάντα και με όρεξη για δουλειά και προκοπή, κέρδισα την εκτίμηση τους και στο διάστημα 1960 έως 1964 έγινα αντιπρόεδρος του ΚΤΕΛ. Αυτά τα τέσσερα χρόνια μπορώ να πω με περηφάνια, πως ήμουνα αυτός που οργάνωσε το ΚΤΕΛ σ' έναν άριστο συγκοινωνιακό φορέα του νομού και πως τα λεωφορεία υπερδιπλασίασαν το μέρισμα τους. 1/4μως κι εδώ η ιστορία επαναλαμβάνεται. Αν δε μπορούν να σε φτάσουν σου βάζουν εμπόδια, αναποδιές για να πάνε πρώτοι. Απογοητεύτηκα, δε ξανάβαλα υποψηφιότητα στο ΚΤΕΛ, άρχισα να φροντίζω μόνο τον εαυτό μου. 1/4λοι ήθελαν την παρέα μου, όμως τώρα δεν τους ήθελα εγώ. Τώρα που γράφω και που ο λογισμός μου με ξαναφέρνει στο μακρινό παρελθόν, στα χρόνια της κατοχής, τώρα που καβάλα σ' ένα λεωφορείο ξαναπερνάω χωριά και γνωστά από τότε μέρη, θέλω να ξαναγίνω εκείνο το λεύτερο πουλί και να ξαναπετάξω από κορυφή σε κορυφή κι από λαγκάδι σε λαγκάδι. Δεν γίνεται, γι' αυτό αφήνω τη θύμησή μου να στριφογυρίζει σε όλα εκείνα τα χρόνια. Τώρα που τίποτα δε με βιάζει, θα ξαναζήσω κάθε επεισόδιο και σε αργό ρυθμό θα ξαναπαίξω μερικά κομμάτια από την ταινία της ζωής μου. Φθινόπωρο 1943, βρέθηκα αντάρτης με το διερχόμενο τμήμα μου κοντά στο χωριό μου. Εζήτησα και πήρα άδεια από τον Ταγματάρχη και συναγωνιστή Παπαζήση (ψυχή βαθιά), πήρα άδεια για μια επίσκεψη αστραπή στο σπίτι μου. Ήταν φθινόπωρο, η εποχή που βγάζαν το ρακί. Πήγαινε μου λέει, αύριο θα είσαι στην Κουκουβίστα (Καλοσκοπή), φέρε και λίγο ρακί. Έφτασα με χίλιες προφυλάξεις νύχτα στο πατρικό σπίτι, ξαφνιάστηκαν. Είχαν χόρτα κι ελιές, μπόλικο ψωμί, σκόρδο, ό,τι είχαν για φαγητό το 'βαλαν στο τραπέζι για τον πολεμιστή. Έκατσα λίγο, ήρθαν μεσάνυχτα, έπρεπε να φύγω να προλάβω τους άλλους. Ετοιμάστηκα, ξεκίνησα προς τα απάνω στο νεκροταφείο, από εκεί πήγαινε ο δρόμος, όμως σκέφτηκα μήπως υπάρχει καμιά ενέδρα μπροστά από Ιταλούς και γυρίζω δεξιά από το νεκροταφείο, στο μέρος που το λέμε και σήμερα απαγορευμένο. Από πολλά χρόνια απαγορευόταν η διέλευση, είχε γίνει δάσος. Θυμόμουνα όμως πως υπήρχε ένα δύσκολο πέρασμα που κατακόρυφα σ' έβγαζε κοντά στην Κουκουβίστα. Ψάχνοντας το πέτυχα, άρχισα να ανηφορίζω, δεν υπήρχε περίπτωση μέσα στη νύχτα να χάσω το δρομάκι γιατί από εδώ και από εκεί τα πουρνάρια και οι καλαμιές ήταν σα τοίχος. Ανάβαση τουλάχιστον εξήντα μοίρες, πέτρες που μ' εμπόδιζαν, πολλές φορές έπεσα, συνέχιζα μπουσουλώντας με το στομάχι γεμάτο και φορτωμένος τον οπλισμό μου. Στη μέση περίπου της διαδρομής ξεκολλάει η σόλα από τη δεξιά μου αρβύλα και κρεμόταν, δε μ' άφηνε να περπατήσω. Έβγαλα το παπούτσι, περπάτησα λίγο έτσι, αλλά οι κοφτερές πέτρες και τα πουρναρόξυλα μου πλήγωσαν το πόδι. Ξανάβαλα το παπούτσι κι όταν ερχόταν η σειρά για το δεξί πόδι το σήκωνα ψηλά για να μη μπερδευτεί η σόλα στις πέτρες. Έβγαλα ένα κορδόνι, το φέρνω γύρω-γύρω κάτω από τη σόλα. Σε λίγους βηματισμούς κόπηκε. Από την προσπάθεια και την αγωνία άρχισα να ιδρώνω. Σταμάτησα λίγο, πήρα βαθιές εισπνοές να καλμάρω τη δίψα. Άρχισα να προχωρώ πάλι, η σόλα κρεμόταν και ω του θαύματος όπως λένε, το πόδι μου παρέσυρε κάτι σα σύρμα. Ψαχουλεύοντας στο σκοτάδι το βρήκα. Βρήκα το πιο ωραίο πράγμα, το πιο απαραίτητο. Το φέρνω γύρω-γύρω, αυτό ήταν. Έδεσε η σόλα με την αρβύλα και προχωρώ. Το στόμα μου είχε από ώρα στεγνώσει από τη δίψα. Κάποτε έφτασα στην κορυφή, σε μικρή απόσταση φαινόταν μια εκκλησούλα, ο Άγιος Αθανάσιος. Άνοιξα και μπήκα. Κατάκοπος ξάπλωσα πάνω στις πλάκες στο πάτωμα, άρχισα να κρυώνω, αν έμενα έτσι θα άρπαζα κανένα πλευρίτη. Βγήκα, μάζεψα λίγα ξερόφυλλα και λίγα ξυλαράκια κι άναψα μέσα στην εκκλησούλα φωτιά. Πύρωσαν γύρω-γύρω οι πλάκες κι έτσι το στρώμα μου ήταν ζεστό. 1/4μως η δίψα με βασάνιζε. Οι ελιές και το σκόρδο είχαν ανάψει το στομάχι μου. Τα καντήλια που κρεμόντουσαν γύρω-γύρω στις εικόνες, είχαν από μία γουλιά νερό στον πάτο. Ποιος ξέρει από πόσον καιρό. Πάνω-πάνω το λάδι πράσινο και μουχλιασμένο. Έβαλα την άκρη από το πουκάμισο μου για φίλτρο, έβρεξα λίγες φορές τη γλώσσα μου να ξεγελάσω τη δίψα. 1/4ταν ξημέρωσε βρήκα νερό από βροχή μέσα σε λακουβίτσες, πάνω στις πέτρες. Αν δε μείνεις νηστικός δε ξέρεις τι είναι η πείνα, αν δεν έχεις νερό να πιεις δε ξέρεις τι είναι η δίψα, αν δε ματώσεις δε ξέρεις τι είναι ο πόνος και για τον αδερφό μου τον ποιητή, αν δεν πεθάνεις πως θα αναστηθείς; Πολλοί άνθρωποι ίσως έχουν νιώσει αυτές τις ανάγκες ή τα συναισθήματα όμως κάπου είχαν μία ελπίδα. Κάπου υπήρχε γι' αυτούς ένα τέρμα στο μαρτύριο, κάπου είχαν ένα στήριγμα, κάποιος τους περίμενε ή σε κάτι πίστευαν. Εγώ όπως και στην αρχή γράφω δεν είχα τίποτα. Μέσα μου υπήρχε ένα απέραντο κενό. Ίσως δεν είχα ακόμα βρει το δρόμο μου, γιατί οι φουρτούνες ποτέ δεν έλειψαν και δε μου δόθηκε η ευκαιρία και ο χρόνος να επιλέξω. Έμοιαζα σαν ένα κυνηγημένο αγρίμι. Πολλές φορές το ένστικτο για να επιβιώσω με οδήγησε σε σωστές λύσεις και αυτές οι εμπειρίες μου χρησίμεψαν στην παραπέρα ζωή μου. Σ' όλους τους αγίους και στους θεούς οι άνθρωποι έχουν δώσει μία εικόνα, κάποιο σχήμα. Τη θεά τύχη δεν την έχω δει πουθενά ζωγραφισμένη. Για μένα είχε την εικόνα μιας μάγισσας κι όταν την έβλεπα είχε ένα χαμόγελο ειρωνικό και γεμάτο κακία. Μου έπαιξε άσχημα παιχνίδια και επικίνδυνα. Θυμάμαι όταν ήμουν στρατιώτης, μ' όλες εκείνες τις άσχημες και δύσκολες ημέρες. Τραυματισμός, νοσοκομείο, φυλακή κ.λ.π. 1/4ταν τελείωσαν όλα αυτά μ' έστειλαν, όπως γράφω πριν, μ' έστειλαν στο κέντρο διερχομένων στο σταθμό Λαρίσης, στην Αθήνα. Από κει πήρα το απολυτήριο. 1/4ταν βρέθηκα εκεί, εκείνες τις μέρες απολυότανε μία κλάση. Έλειψαν από ορισμένες υπηρεσίες στρατιώτες. Έτσι μ' έβαλαν υπηρεσία στο ιατρείο για διάφορες αγγαρείες. Στο ιατρείο υπηρετούσε ένας επιλοχίας, ένας φαντάρος, ένας υπίατρος κι εγώ. Μου ανέθεσαν πολλές φορές να κάνω αλλαγές σε μικροτραύματα, να δίνω ασπιρίνες, αντιπυρίνες, σουλφαμίδες. Για τα φάρμακα είχα γράψει τι έχει το κάθε ντουλάπι και δεν μπερδευόμουνα. Στις αλλαγές τραυμάτων είχα εμπειρία από το νοσοκομείο με τα δικά μου. Πήγαινα καλά και ίσως οι υπόλοιποι του ιατρείου πίστευαν πως είμαι της ιατρικής ή πως έχω ειδικότητα νοσοκόμου. Ώσπου μια μέρα έπεσε κεραυνός εν αιθρία. Μου έδωσε εντολή ο υπίατρος να κάνω αλλαγή σ' έναν εγχειρισμένο από βουβωνοκήλη. Τον πέρασα μέσα στο κρεβάτι, βλέπω να έχει πάθει μόλυνση. Παίρνω την χειρουργική τσιμπίδα, βάζω βαμβάκι κι αρχίζω να καθαρίζω την πληγή με βενζίνη γύρω-γύρω και στη συνέχεια με οξυζενέ, οπότε σπάνε τα ράμματα. Άρχιζε να βγαίνει πύον, υγρά, αίματα να χάσκει η πληγή, νόμιζα πως θα βγούνε έξω τα άντερά του, τρομοκρατημένος φωνάζω τον υπίατρο και τον επιλοχία. Ήρθαν τον μάζεψαν και τον έστειλαν στο νοσοκομείο. Την άλλη ημέρα με καλεί ο υπίατρος στο γραφείο του και μου λέει: «σε ποιο έτος της ιατρικής είσαι; Γιατί τρομοκρατήθηκες με το χθεσινό;» κλπ. 1/4ταν ήρθε η σειρά μου να μιλήσω και του είπα πως δεν έχω καμία σχέση με την ιατρική, πως ούτε νοσοκόμος δεν έχω εκπαιδευτεί, πως είμαι πεζικάριος και το επάγγελμα μου είναι βοηθός οδηγού σε φορτηγό, έγινε το σώσε. Με κράτησε όμως στο ιατρείο ώσπου απολύθηκα. Έκανα άλλες δουλειές. Να και κάποιες ημέρες από τη ζωή μου για γέλια και για κλάματα. Πήρα απολυτήριο και έχω γράψει τι έκανα μετά ως πολίτης. Ίσως να κουράσω στο πήγαινε-έλα αυτόν που τα διαβάζει. 1/4μως σ' αυτές τις περιπτώσεις κι αυτός που γράφει κι αυτός που διαβάζει, για να ταξιδέψει άνετα μέσα στο χρόνο, πρέπει να 'ναι καλός καβαλάρης. Τι θα ιππεύσει; Νομίζω αυτός που γράφει συνήθως καβαλάει το καλάμι. 1958 έως 1959. Δεν έχει γίνει καμία σημαντική αλλαγή στα οικονομικά μου, ούτε στις συνήθειες μου. Δουλειά, σπίτι, οικονομία, ανασφάλεια. Δεν ήμουνα δειλός, πολλές φορές μου είχαν πει πως είμαι πολύ τολμηρός, όμως έγινα συγκρατημένος. Δε ρισκάριζα στην σκέψη πως τώρα έχω ευθύνη και για τους άλλους, για τη φαμίλια μου. Ήρθε κι ο Μιχαλιός, το αγόρι. Αυτός ήταν ο Μιχάλης Γεωργίου Μοσχολιός και ο πατέρας μου είχε ένα δαχτυλίδι με το μονόγραμμα Μ.Γ.Μ. Ο γέρος μου το φόραγε στο χέρι του και ήθελε να το δώσει στον μικρό Μ.Γ.Μ. Έτσι ακριβώς όπως οι δρομείς δίνουν την σκυτάλη ο ένας στον άλλο. Και ο γέρος μου κι εγώ θέλαμε σ' αυτή τη γέννα η γυναίκα μου να μας φέρει ένα αγόρι. Εκείνος γιατί θα έπαιρνε το όνομα του κι εγώ γιατί θα συνεχίζετο το Μοσχολέικο. Νομίζω πως αυτές οι επιθυμίες δεν είναι εγωισμός, είναι ανθρώπινες. Είναι η συνέχιση μίας ταμπέλας, μίας ταυτότητας, όχι πως ο γονιός δεν αγαπάει εξίσου τα παιδιά του, ούτε πως αυτό ήταν απόρροια της ανδροκρατικής νοοτροπίας μας. Ήρθε λοιπόν το αγόρι ο Μιχάλης, πήρε το όνομα του παππού όπως και το Γιωτάκι το όνομα της συχωρεμένης της μάνας μου Παναγιώτας. Έτσι ήταν τότε, και μέχρι σήμερα κάπως έτσι είναι, ο νονός να δίνει τα ονόματα της προηγούμενης γενιάς. Βέβαια όχι σ' όλες τις περιπτώσεις. 1/4μως τα παλιά χρόνια, αν συνέβαινε στη βάφτιση να μη δώσουν το όνομα του παππού ή της γιαγιάς, εθεωρείτο μεγάλη προσβολή, ήταν ασέβεια προς τους γονείς αλλά και τους κοινωνικούς νόμους. Τα ήθη κι έθιμα αυστηρά, ένιωθες ντροπιασμένος, ήταν σαν να σε αγνοούσαν, έπρεπε ο πρωτότοκος γιος να έχει το όνομα του παππού αυτό που γράφω πιο πάνω. Δηλαδή ο πατέρας μου, Μ.Γ.Μ και ο γιος μου Μ.Γ.Μ. Κουβεντιάζοντας στο χωριό μου με κάτι γέρους, κουβεντιάζοντας παλιές ιστορίες, έμαθα από τον μπάρμπα-Θανάση τον Λιάζακα, τον Σόγλε-Μόγλε, έτσι τον παραγκωμίαζαν, έμαθα κάτι πολύ συνταρακτικό για την εποχή εκείνη γύρω από τον παππού μου τον Γιώργο. Στη βάφτιση του πρωτότοκου γιου του πατέρα μου, έγινε επεισόδιο. Το 1918, ο πατέρας μου ήταν φαντάρος στη Μικρά Ασία. 1/4ταν έφυγε άφησε τη μητέρα μου έγκυο. Γέννησε, ο πατέρας έλειπε στο Αφιόν Καραχισάρ. Ήρθε η ώρα να βαφτίσουν το αγόρι. Ο παππούς μου Γιώργος, φόρεσε τη φουστανέλα του, το σελάχι του, την αρματωσιά του, και πάνω από την κολυμπήθρα περίμενε να πει ο παπάς: «Και το όνομα αυτού Γεώργιος». 1/4μως η μάνα της μάνας μου, η γριά Αντριούσα, επειδή ο άντρας της Αντρέας είχε πεθάνει, έψησε το νονό και αντί για Γεώργιος το όνομα αυτού Αντρέας. Ποιος είδε το Θεό και δε φοβήθηκε. 1/4πως λέει ο μπάρμπα-Θανάσης παραλίγο να γίνει έγκλημα. Μόλις ο παππούς μου άκουσε και το όνομα αυτού Αντρέας, τραβάει από το σελάχι του την κουμπούρα και τη βάζει μπροστά στο στόμα του παπά. «Παπά ξεβάφτιστο τώρα. Άλλαξε του τ' όνομα». Άστραψε και βρόντηξε η εκκλησία, όμως, γίνεται να αλλάξει το όνομα; Νευρικός ο παππούς όπως λένε, είχε γίνει θηρίο, όμως τι να κάνει. Κλείστηκε στον εαυτό του, πικράθηκε, του΄χε στοιχίσει πολύ. Τόσο που όταν τον ρωτούσαν πως το λένε το εγγονάκι σου, δεν το 'λεγε με το όνομα του, αλλά το φώναζε κουτσουβελάκο, Αντριάκο. Το παιδί δύο-τριών χρονών πέθανε από ελονοσία. Ήρθα εγώ και ο παππούς στη βάπτιση ήταν έτοιμος για κάθε ενδεχόμενο. Τον θυμάμαι λίγο, με χόρευε στα πόδια του κι όταν ξάπλωνε έμπαινα καβάλα στην κοιλιά του. Εκεί ήταν μόνιμα η θέση μου. Λένε πως όταν τον είχαν στο κρεβάτι πεθαμένον, εγώ μικρός, δεν είχα συναίσθηση τι συμβαίνει και μπήκα πάλι καβάλα στην κοιλιά του. Έτσι λοιπόν πάει λέγοντας. Παππούς Γ.Μ.Μ., πατέρας Μ.Γ.Μ., εγώ Γ.Μ.Μ., ο γιος μου Μ.Γ.Μ. και η ζωή συνεχίζεται. Η ζωή συνεχίζεται για όλους τους ανθρώπους και για κάθε ζωντανό οργανισμό υπάρχει ένα τέλος, ο θάνατος. Δε λέω τίποτα καινούργιο ότι υπάρχει θάνατος. Στον εαυτό μου το λέω και γράφοντας το φιλοσοφώ. ΚΟΙΤΩΝΤΑΣ ΜΕΣΑ ΜΟΥ Έτος 1988, ετών εξηντατεσσάρων, τάχα κι εγώ δεν ήμουν νιος δεν ήμουν παλικάρι, τάχα κι εγώ δεν περπάτησα τη νύχτα με φεγγάρι; Ναι και νέος ήμουνα και με φεγγάρι, αλλά και σε σκοτάδια περπάτησα, περπάτησα παλικαρίσια κι αντρίκεια και το σημαντικότερο: μέσα μου νιώθω γαλήνη, ικανοποίηση πως έκανα το χρέος μου και για τους πριν από μένα και για τους μετά. Δε ξέρω αν ήρθε η ώρα για ισολογισμό ή για απολογισμό, ακόμα δε ξέρω τι θα γίνει από δω και πέρα. 1/4μως λάθος μου να μιλάω για απολογισμό ή ισολογισμό, γιατί τα 'χω βρει με τον εαυτό μου και το τι θα γίνει από δω και πέρα, δεν έχει νόημα. Εκτός αν αρχίσω να ψάχνω ή να διεκδικώ μια θέση στον παράδεισο. Έχουν πιστέψει πολλοί άνθρωποι πως υπάρχει κόλαση και παράδεισος κι έτσι ο ανταγωνισμός συνεχίζεται και μετά θάνατον. Είναι κάτι που βολεύει μερικά κυκλώματα, είναι κάτι από πολλούς αιώνες, έτσι το βρήκαμε κι αν θελήσεις να το αλλάξεις θα σε θεωρήσουν άθεο, ιερόσυλο ή τόσα άλλα γνωστά. Στις ανασκαφές που κάνουν οι αρχαιολόγοι μέσα στους τάφους βρίσκουν, είτε είναι προ Χριστού είτε μετά Χριστόν, αντικείμενα κι άλλα πράγματα που 'χαν βάλει μαζί με τους νεκρούς, περιδέραια, χρυσαφικά, νομίσματα, ακόμα και εργαλεία της εποχής τους. Ακόμα και σήμερα έτσι κάνουν. Επειδή εγώ δε ξέρω αν θα πάω στον παράδεισο κι επειδή η κόλαση δε με φοβίζει γιατί τη ξέρω καλά, καλού-κακού ας μου βάλουν μαζί μου ένα τιμόνι. Ίσως βρω κανένα αυτοκίνητο να πηγαίνω βόλτα τον Άγιο Πέτρο και είμαι σίγουρος πως κι εκεί θα τα βολέψω αν είναι έτσι όπως τα λένε. 1/4μως είναι πολύ νωρίς, έτσι το 'φερε η κουβέντα κι επειδή έχω πολλά να θυμηθώ θα βάλω την όπισθεν. Είναι Απρίλιος 1988 πριν λίγες ημέρες ήταν Πάσχα, ήρθε το Γιωτάκι κι ο Μιχαλιός στο χωριό, είμαι πάλι στη γενέτειρα, γιορτάσαμε μαζί, είμαι χαρούμενος. Πούλησα το λεωφορείο, υπέβαλα τα δικαιολογητικά μου για σύνταξη, μου πήραν το επαγγελματικό δίπλωμα οδήγησης, μου 'δωσαν άλλο ερασιτεχνικό. Σ' ένα σημείο γράφει «αλλαγή διπλώματος» και με μεγάλα γράμματα «λόγω γήρατος». Εγώ ύστερα από λίγες ημέρες έγραψα στο ίδιο δίπλωμα: «ουδέν σχόλιον». Χρόνε σου χαμογελώ και σε ειρωνεύομαι. Ξέρεις γιατί; Γιατί σε κέρδισα, ήμουν κάθε μέρα κάθε στιγμή, ήμουνα μπροστά από σένα. Δεν μπόρεσες να με σταματήσεις. Τώρα δεν με μέλλει, θέλεις μπροστά τράβα, θέλεις πίσω, ό,τι ήταν να πάρω τα πήρα κι ό,τι ήταν να δώσω τα έδωσα. Και κάτι ακόμα, επειδή είμαι λιγάκι εγωιστής και δε θέλω να χρωστάω σε κανέναν, να χαλάσουμε την παρέα μας τώρα που είναι νωρίς ακόμα. Ξέρω κυρ-Χρόνε πως βαστάς καλό χαρτί, με τον καθένα που παίζεις, πάντα βαστάς στερνό χαρτί για να 'ναι το παιχνίδι δικό σου, να είσαι πάντα ο κερδισμένος. 1/4μως, τόσα χρόνια ξέρω και το παιχνίδι σου, ξέρω και τα χαρτιά σου, γι' αυτό αν θέλεις να παίξουμε την τελευταία μας παρτίδα, άλλαξε χαρτιά ή βρες το χαρτί αυτό που γράφει ατσαλένιο αλώνι όχι μαρμαρένιο, και για να θυμηθείς σου λέω πως παίξαμε στο Καϊμακτσαλάν, στο μαρμαρένιο αλώνι και δε με κέρδισες. Θα τα ξαναπούμε μέχρι τότε. Πόσο κουράγιο και πόσο πείσμα έχω μερικές φορές. Κι άλλες, πόσο αδύναμος, πόσο ανήμπορος να παλέψω. Ώρες-ώρες νιώθω σα ξοφλημένος. Μήπως ήρθε ο καιρός που πρέπει να συμβιβαστώ; Αλλά τι συμβιβασμό να κάνω; Και με ποιον; Δε διεκδικώ τίποτα για να συμβιβαστώ με τον αντίδικο. Ξέρω πως τόσα χρόνια πριν από σήμερα, εγώ έλεγα το τραγούδι μου και ο χρόνος χόρευε το δικό μου σκοπό. Τώρα πρέπει να συμβιβαστώ, να χορεύω αυτό το σκοπό που θα μου παίζει ο χρόνος. Κάπως έτσι πρέπει να είναι, αλλά ώσπου να το χωνέψω, θα λέω το δικό μου τραγούδι. Αύγουστος 1988. Μία μόνο σελίδα από τον Απρίλιο. Θυμήθηκα ένα τραγούδι του πατέρα το «σιγά-σιγά Κυρά Στυλιανή γιατί είσαι γκαστρωμένη» γιατί η Κυρά Στυλιανή, ίσως δεν κατάλαβε πως ήταν γκαστρωμένη και περπάταγε όπως είχε συνηθίσει πριν γκαστρωθεί. Πρέπει να συνηθίσω. Θα τα καταφέρω. Ο πατέρας θυμάμαι, ένας πανέξυπνος και φιλοσοφημένος άνθρωπος. 1/4ταν είχε προβλήματα από αυτά που σε τοποθετούν μεταξύ σφύρας και άκμονος, άφηνε το χρόνο να κυλάει μια και δεν υπήρχε άλλη λύση. Αυτό δεν είναι δειλία. Είναι αλτρουισμός, είναι παλικαριά. Έπαιρνε όλο το βάρος. Αυτός δεν ήθελε να πληγώσει κανέναν. Πόση ανθρωπιά, πόση κατανόηση, πολλές φορές έλεγε χαρακτηριστικά «αν φτύσω απάνω θα λερώσω τα μουστάκια μου, αν φτύσω κάτω θα λερώσω τα γένια μου» τώρα που τα σκέφτομαι και ξαναβλέπω τον πατέρα, τώρα που οι αναμνήσεις μου ζωντανεύουν, τώρα που κι εγώ είμαι πατέρας και σε ηλικία ώριμη, τώρα που το μυαλό λαμπυρίζει κι έχω το χρόνο δικό μου, τώρα γεμάτος εμπειρίες φιλοσοφώ και βρίσκω τις έννοιες από τις εκδηλώσεις του πατέρα. Βλέπω την εικόνα του, ακούω το τραγούδι του. «Δεν πρέπει εγώ να χαίρομαι ούτε κρασί να πίνω, μον' πρέπει να 'μαι σ' ερημιά σ' ένα βαθύ ρουμάνι» και «με γέλασαν μια χαραυγή της άνοιξης τ' αηδόνια». Κάθε τραγούδι του το θυμάμαι. Πολλές φορές αυτά που θυμάμαι γύρω απ' το τραγούδι για τον πατέρα, θαρρώ πως είμαι επισκέπτης σε μια αίθουσα με πίνακες ζωγραφικής. Ήταν τόσο παραστατικά τα τραγούδια του που άλλες φορές έβλεπες ένα πίνακα γεμάτο λουλούδια κι απέραντα λιβάδια, άλλες φορές ένα φθινοπωρινό κι έρημο τοπίο, κι άλλες φορές ένα μακρύ ατέλειωτο δρόμο κι έναν άνθρωπο να περπατάει φορτωμένος τις έγνοιες του. Τώρα βρίσκομαι στην ηλικία που είχε ο πατέρας. Τότε παιδί εγώ χωρίς εμπειρίες και με κριτήρια που η νιότη μου πρόσταξε, πολλές φορές είχα έρθει σε σύγκρουση μαζί του. 1/4μως κι οι δυο είχαμε δίκιο. Μισός αιώνας διαφορά ηλικίας, διαφορετικά ήθη κι έθιμα, άλλα ερεθίσματα, άλλες απόψεις για τη ζωή. Εκείνος κοντά στο τέρμα κι εγώ στο ξεκίνημα, όμως τώρα κι εγώ κάποιο φθινοπωρινό τοπίο ζωγραφίζω, κι έναν μακρύ δρόμο, με τις δικές μου έννοιες φορτωμένος. Έμαθα όμως κάτι. Πως το χάσμα των γενεών και οι διαφορετικές απόψεις και κατά συνέπεια οι τυχόν συγκρούσεις οφείλονται στο ότι οι νέοι δεν έζησαν και δεν έχουν εμπειρίες και βιώματα από την ηλικία των μεγάλων. Ενώ οι μεγάλοι σε ηλικία έχουν ζήσει την ηλικία του νέου. Νομίζω πως αν κάποιος κάνει λίγα βήματα πίσω, κάπου θα βρει τους νεότερους να έρχονται κι έτσι μπορούν να συμπορευτούν. Κάπου εκεί μπορούν να πετύχουν το άριστο, ο ένας με τις εμπειρίες και τη λογική του μεγάλου, ο άλλος με τη δύναμη και τους ενθουσιασμούς του νέου. Σήμερα είναι Σάββατο αρχές Οκτωβρίου 1988. Βρέχει ασταμάτητα, γύρω-γύρω τα βουνά φορτωμένα με σύννεφα που πηγαινοέρχονται, μοιάζουν σα δράκος που σε πλησιάζουν για να σε καταπιούν. Είμαι μόνος στο καλύβι μου στο χωριό, νιώθω τον εαυτό μου ψυχολογικά άσχημα, δεν είναι γιατί η μοναξιά ή οι καιρικές συνθήκες μ' έχουν επηρεάσει, αλλά γιατί ο ίδιος βασανίζω και καταπιέζω τον εαυτό μου. Γιατί; Είμαι εγωιστής και δε θέλω να βαθμολογηθώ με λίγες μονάδες; Ή έγινα δειλός και δε μπορώ να σπάσω το φράγμα; Σιγά-σιγά κυρά-Στυλιανή. 1/4μως έμαθα να περιμένω κάποια άλλη μέρα θα 'ναι καλύτερη. Ένα τραγούδι λέει πως υπάρχουν άνθρωποι που πουλάνε ελπίδες κι άλλοι που τις αγοράζουν. Εγώ μερικές φορές κάνω αγοραπωλησίες με τον εαυτό μου. Μ' αυτές τις σκέψεις θα κλείσω για σήμερα το σημείωμα μια και πρόλαβα ανοιχτό το μαγαζί με τις ελπίδες. Κυριακή 19 Οκτωβρίου. Πέρασαν τόσες μέρες, μέρες ηλιόλουστες, πέρασαν ωραία γιατί μπόρεσα να δουλέψω στο χωράφι, να σκάψω τη γη, να φυτέψω δέντρα, να ρίξω σπόρους για χειμωνιάτικα ζαρζαβατικά. Αυτή η μάνα, η μάνα γη, όσο πιο βαθιά την αυλακώνεις, όσο πιο σκληρά τη χτυπάς, όσο πιο πολύ την ανακατώνεις, τόσο περισσότερους καρπούς σου δίνει. Βλέπεις είναι γένους θηλυκού. Σήμερα πάλι βρέχει, τίποτα το εντυπωσιακό. Ψάχνοντας όμως μες στα συρτάρια του σπιτιού και της μνήμης μου βρήκα πολλά και θυμήθηκα πολλά. Τα χρόνια της κατοχής, 1941 έως 1944, σ' ένα βιβλίο που σήμερα διαβάζω, ένας συναγωνιστής μου γράφει για μένα, τον Επονίτη Πολυδεύκη. Στις σελίδες 9 ως 20 μπορεί να διαβάσει κανείς τόσα πράγματα. Είναι ένα μέρος απ' τη ζωή μου, ως ένοπλος στην αντίσταση. Υπάρχει και μία φωτογραφία στο βιβλίο, εκεί στο βάθος ένας καβαλάρης, εγώ είμαι. Κάπου γράφω πως είχα γίνει ιππέας σ' αυτά τα μέρη και στις μάχες αυτές που τις αναφέρει ο συναγωνιστής Τηλέμαχος. 1/4μως πολύ πίσω γύρισα, μακρύς ο δρόμος για να ξαναγυρίσω στο σήμερα, όμως νομίζω πως για να γίνει σωστή δουλειά και καθαρή, περνάς, ξαναπερνάς αν κάτι δεν το είδες θα το δεις μετά. Αν κάτι παράπεσε θα το μαζέψεις. Έτσι πρέπει να γίνει. Ο ζωγράφος τις τελευταίες πινελιές, ο μαραγκός το τελευταίο πλάνισμα, η νοικοκυρά πάλι ξεσκόνισμα, ο ιστορικός παραπομπές και συμπλήρωμα, έτσι βγαίνει κάτι καθαρό και νοικοκυρεμένο. Αν νιώθεις έτσι, τότε εκτός από τους άλλους, δίνεις κι ο ίδιος στον εαυτό σου ένα μπράβο ή εισπράττεις και κάποιο δώρο αναμνηστικό για την καλή σου επίδοση. 1/4σο για τον γράφοντα σίγουρα θα πάρει το μετάλλιο της ανοιχτής παλάμης. Άρχισα πάλι να τραγουδάω. Χρόνε, χόρεψε. Θέλεις μόνος σου, θέλεις μαζί μου, δε σε φοβάμαι έστω κι αν αυτό το τραγούδι είναι το κύκνειο άσμα, δε με μέλλει, πάντα ήξερα ποιος είμαι και που πορεύομαι. Πάντα ήμουνα έτοιμος για όλα. Σήμερα είναι 7 του Γενάρη 1989. Το πρώτο σταμάτημα έγινε διακοπή λίγες ημέρες και ξανάρχισα το γράψιμο. Τώρα βλέπω πως πέρασαν δύο μήνες σχεδόν ώσπου να ξαναρχίσω. Δε με προβληματίζει αυτό, γιατί ξέρω πως το μέσα μου άλλαξε το πρόγραμμα, βέβαια με τη δική μου συγκατάθεση. Έτσι ώσπου να μάθω καλά το μάθημα και τη συμπεριφορά του συνταξιούχου, που και τα δυο μοιάζουν σα συνταγή που ισχύει για όλους τους οργανισμούς και που θεραπεύουν πάσα νόσον και μαλακίαν, μέχρι να τα μάθω αυτά έφυγε ο χρόνος. 1/4μως πιστεύω πως σε λίγο καιρό θα τον φτάσω και θα σας το πω. Πάρε πίσω τη συνταγή σου, δε μου χρειάζεται ακόμα. Κι όλο έλεγε ο αδελφός μου, πως η στραβωμάρα αρχίζει από μέσα μας. Έχεις δίκιο αδερφέ. 1/4μως ό,τι μας δίνουν αυτό βάζουμε μέσα στο σακούλι μας και στο στομάχι μας και στο κεφάλι μας. Αν έχεις άλλη επιλογή ή άλλη επιθυμία, τότε αρχίζουν τα πρέπει ή δεν πρέπει και διαβάζουμε στη συνταγή, ενδείξεις και αντενδείξεις, γνωστές σε όλους, που λέει για μακροζωία, για υψηλή στάθμη ηθικής, για κατάπτωση ή πρόοδον υγείας, για άγχος κλπ. Και σαν υστερόγραφο, η συνταγή λέει πως αν παρόλη αυτή τη γνωστή θεραπεία και αγωγή δεν έχεις ευχάριστα αποτελέσματα, τότε πάρε μερικές δωδεκάδες βάλιουμ και να 'σαι σίγουρος πως θα θεραπευτείς. Αυτά και τόσα άλλα γιατροσόφια, γνωστά σε όλους, στα προσφέρει δωρεάν η πολιτεία μια και είναι νόμος κοινωνικός. Από τα γεννοφάσκια σου και στη συνέχεια στα καφενεία, στις γειτονιές, στον επαγγελματικό σου χώρο και στα καθημερινά σου προβλήματα μαθαίνεις πως η ντροπή, το φιλότιμο, η ερυθρίασις και τόσα άλλα που τα ονομάζουν ηθικές αξίες, μαθαίνεις πως αυτά όλα ανακατεμένα με λίγο κουτόχορτο, είναι ευκολοχώνευτα, σου χαρίζουν τη μακαριότητα και μία θέση στον παράδεισο. Μέχρι εδώ και μην τ' ανακατεύεις... Ας πάω να βρω τον Γιώργη να ξανακουβεντιάσουμε για τα περασμένα. Τότε που πέρασε από αυτές τις στράτες τις κακοτράχαλες, τότε που το μικρό σκάφος της ελπίδας το χτυπάγαν τα κύματα, τότε που δε γονάτισε, για τότε και για σήμερα, να του πω μπράβο, γιατί εσύ φίλε έκανες την επιλογή σου και κράτησες αυτά που λέγονται ευθύνη, συνέπεια, αντρίκειος λόγος. 1/4μως, δε θέλω να μπλέξω τον εαυτό μου με ερωτηματικά, αν έκανα καλά ή όχι και αν η κάθε μου απόφαση ήταν σωστή. Ούτε θέλω να δώσω μια άλλη εικόνα ή να πάρω κάποιο πιστοποιητικό καλής διαγωγής. Κι επειδή τη βαθμολογία ή την καλή διαγωγή σου τα δίνουν άλλοι για τ' ό,τι έκανες, νομίζω είναι η ώρα να επαναλάβω το του αδελφού μου, «πως η στραβωμάρα ξεκινάει από μέσα μας» και να ρωτήσω τι έκανες εσύ μάστρο-Γιώργη για τον εαυτό σου; Δεν είναι δύσκολο. Διαλέγεις και παίρνεις. Ή γίνεσαι τροφή για τα σκουλήκια ή γίνεσαι καμάρι γι' αυτούς που σ' έχουν και καμαρώνεις γι' αυτούς που έχεις. Δε ξέρω αν αυτοί που είναι κοντά μου νιώθουν όπως εγώ γι' αυτούς. Γι' αυτό πολλές φορές λέω στον εαυτό μου ή είσαι με το διάολο ή με το θεό. Δική σου η επιλογή. Η στραβωμάρα και η ομορφιά από μέσα μας ξεκινάνε και αφού κανείς σούμα τους λογαριασμούς, το αποτέλεσμα θα σου πει το τι έλειψε ή το τι περισσεύει. Νομίζω πως έχω ακόμα περίσσευμα. Χαίρομαι και καμαρώνω για όλα. 1/4ταν ξεκίνησα να γράψω για τη ζωή μου νόμιζα πως θα 'ταν εύκολο και γρήγορο το βιογραφικό μου. 1/4σο προχωρούσα ή μάλλον όσο πίσω περπατούσα και ανασκάλευα τη μνήμη μου, πάντα κάτι ερχόταν να προστεθεί σ' αυτή την Οδύσσεια. Πολλά από αυτά τα περιστατικά τα ξεπέρασα γιατί δεν τα θεωρούσα σπουδαία. Να γράψω πως κάποιο καλοκαίρι που βρισκόμουνα μαζί με τη φαμίλια μου κοντά στη θάλασσα, έβγαλα το πουκάμισο μου το μεσημέρι. Ώσπου να φάμε και να πάω να ξαναπιάσω δουλειά, η Γερακίνα το 'χε πλύνει και σιδερώσει. Το ίδιο πάντα πουκάμισο, μέχρι που μια μέρα ο εισπράκτορας στο λεωφορείο μου λέει: κύριε Γιώργο όλα τα καλοκαιρινά σας πουκάμισα ίδιο χρώμα τα πήρατε; Να γράψω πως στο δωμάτιο που κοιμόμουν σ' ένα παλιόσπιτο στην Άμφισσα, οι ποντικοί ήταν η μόνιμη παρέα μου κι όλη τη νύχτα κάναν ακροβατικά πάνω από το κρεβάτι μου; Δε τα γράφω αυτά, δε λέω τίποτα. 1/4μως να, αυτό που έλεγα νωρίτερα, πως όσο γράφεις και δασκαλεύεις όλο και κάτι έρχεται μόνο του. Κάπου είχα ξεχάσει αυτό το τετράδιο, όταν πριν δύο χρόνια κατέβηκα από το χωριό στην Αθήνα. Άρχισα να γράφω τη συνέχεια σ' ένα μπλοκ. Τώρα έχω χάσει το μπλοκ. Κάπου θα βρεθεί, θα συνεχίσω σ' αυτό το τετράδιο με άλλα επεισόδια απ' τη ζωή μου και άμα βρεθεί το μπλοκ τα βάζω σε σειρά. Αλλιώς φτάνει ως εδώ. Άλλωστε έτσι κι αλλιώς πλησιάζω στο τέρμα. Αυτά για σήμερα Δεκέμβριος 1990 Κυριακή 16. 4/1/1991 Τα χρόνια που έτρεχα για το μεροκάματο, πότε πεζός και πότε πάνω σε τέσσερις ρόδες, ήμουνα συνεπής στην αναχώρηση. 1/4μως, βιαζόμουνα να φτάσω στο τέρμα όσο το δυνατό νωρίτερα. Είχαμε ένα λιγόσωμο μουλάρι στο χωριό, τότε μικρός, θυμάμαι. Σαν το φόρτωνα περισσότερο φορτίο από όσο μπορούσε ν' αντέξει, ξεκίναγε, περπατούσε γρήγορα για να φτάσουμε στο σπίτι να το ξεφορτώσω. Αυτό το μουλάρι είχε καταλάβει πως όσο νωρίτερα φθάσει στο τέρμα τόσο καλύτερα. Άλλη λύση δεν είχε. Άλλα μουλάρια θυμάμαι δυστροπούσαν, άρχιζαν να κλοτσάνε, ή στο δρόμο πέφταν κάτω, αν και εφόσον ξεκινούσαν. Οι άνθρωποι στις συναλλαγές τους έχουν βρει μέτρα, σταθμά, όρια, χρήματα για να είναι οι σχέσεις τους σωστές και δίκαιες. Λίγες δραχμές λιγότερες ή περισσότερες, λίγα μέτρα ή λίγα ή περισσότερα κιλά, κάπου βρίσκεται η άκρη ή ο συμβιβασμός. 1/4μως τι μέτρα λαμβάνεις ή τι όρια στην απεραντοσύνη της σκέψης και του συναισθήματος; Να δύο στοιχεία που ξεκινούν από διαφορετικές αφετηρίες και που κάπου συναντώνται και συγκρούονται. Δύο διαφορετικά στοιχεία κλεισμένα ερμητικά στο ίδιο καβούκι που καθημερινά παλεύουν για το ποιος είναι ο καλύτερος. Πολλές φορές ο χώρος μικραίνει. Έτσι, κλότσα εγώ, βάρα γροθιά εγώ, κάποια στιγμή το καβούκι σπάει. 1/4μως να που και σ' αυτά που δε μετριώνται με κορδέλα, ούτε με κιλό και σ' αυτά βρήκαν τα ανάλογα μέτρα και σταθμά. Έτσι αν η σκέψη σου δεν τους εξυπηρετεί, είσαι βλαμμένος ή τρελός, όσο για το δεύτερο και το πλέον αβλαβές και ανθρώπινο, σου βάζουν ετικέτα που γράφει «μαλάκας». Λέει η παροιμία «μπαμ εγώ κάτω εγώ, μπαμ εσύ κάτω εγώ» λογική και συναίσθημα. Πως μέσα σ' αυτές τις καθημερινές συγκρούσεις ν' αντέξεις; Πως να μην παραπατάς και πως να κρατήσεις γερά νεύρα και χαρακτήρα; Υπάρχει λύση σε κάθε πρόβλημα. Βιάζεσαι και γρηγορείς να φτάσεις στο τέρμα σαν το μουλάρι. Και για να συμπληρώσω το συλλογισμό μου, ίσως η γραμματική με βοηθήσει. Βιάσου, σημαίνει κάνε γρήγορα. Βιασύνη, σημαίνει γρήγορη κίνηση. 1/4μως, γιατί σε κάθε περίπτωση ή σε βιάζουν ή βιάζεσαι ο ίδιος; Άλλο η γρηγοράδα κι άλλο ο βιασμός. Εις τον λόγον παραποιούμε τις λέξεις γι' αυτό χάνουν τις έννοιες. Τότε στην παιδική μου ηλικία, τότε που άρχισαν οι πρώτες ανησυχίες κι οι προβληματισμοί, τότε που άρχισα να γυρεύω μια θέση στον ήλιο και που έψαχνα το δρόμο μου, ένας της παρέας μεγαλύτερος και λίγο διαβασμένος, σε μια συζήτηση στο γιατί να υπάρχει τόση διαφορά από πλευράς οικονομικής κατάστασης στους ανθρώπους και γιατί να υπάρχει η εκμετάλλευση από άνθρωπο σε άνθρωπο, είχε σαν απάντηση τούτο. «Μπορείς να διαμαρτυρηθείς στον εργοδότη σου κι αν δεν ικανοποιηθείς τότε απεργείς και δεν ξαναπάς στη δουλειά σου. Αυτός ο εργοδότης σ' έχει ανάγκη. Μην ξαναπάς, από σένα ζεί κι αυτός, από το δικό σου ιδρώτα από τη δική σου δουλειά. Αν δεν ξαναπάς, πάει κι αυτός θα φτωχύνει». Εγώ συμπληρώνω. Εγώ συμπληρώνω όμως, πόσες μέρες θ' αντέξεις χωρίς μεροκάματο; Αυτό το ξέρει τ' αφεντικό και σ' εκβιάζει με μικρό μεροκάματο να μη μένει τίποτα στην άκρη για αποταμίευση. Δεν αντέχεις, μεροδούλι-μεροφάι, η συνταγή πάντα έτσι ήταν. Αν διαβαστεί ποτέ αυτό το τετράδιο η συνέχεια είναι γραμμένη σ' ένα μπλοκ που το έχει ο αδελφός μου Νίκος στο γραφείο του. Λεπτομέρειες από τις μάχες που έλαβα μέρος κατά των Γερμανό-Ιταλών, έχει αυτό το βιβλίο Εθνική Αντίσταση. Επίσημα κείμενα και αναμνήσεις. ΑΔΕΛΦΕ ΝΙΚΟ Αθήνα 6/2/89. Άλλαξα τετράδιο, όχι γιατί το πρώτο εκατοντάφυλλο γέμισε, αλλά γιατί το ξέχασα στην καλύβα στο χωριό. Δε χάνω τη συνέχεια και δε χρειάζεται να δω που σταμάτησα για να πάω παρακάτω. Έτσι σήμερα, ξεκινώντας σιγά-σιγά, βρήκα πάλι το ρυθμό μου. Σ' ένα χώρο, πάνω στο δωματιάκι στην ταράτσα, έφτιαξα ένα ας πούμε γραφείο, μια γωνίτσα ήσυχη. Την ιδέα γι' αυτό μου την έδωσε ο αδερφός μου Νίκος που όπως πάντα είναι παρών στα προβλήματα μου. Σκέφτομαι πως μια ζωή ολόκληρη χώρεσε μέσα σε λίγες σελίδες, όμως παρακάτω οι σκέψεις μου με φέρνουν εκεί.... που μια ζωή ολόκληρη τελειώνει μέσα σε λίγες λέξεις. Νομίζω πως αυτό λέγεται επίλογος ή επικήδειος. 1/4ταν ήμουνα νέος και ξεκίνησα να εργαστώ σαν επαγγελματίας οδηγός, μόλις είχε αρχίσει να λειτουργεί πάλι μετά τον Εμφύλιο Πόλεμο το ταμείο Τ.Σ.Α. Δεν πήγα να γραφτώ όχι γιατί η εισφορά ήταν μεγάλη, πέντε δραχμές το μήνα, αλλά γιατί έτσι πίστευα τότε, πως εγώ δε θα γεράσω. Λέω πίστευα τότε, ναι είχα πιστεύω, είχα ιδανικά, είχα οραματισμούς. Τώρα δεν έχω πιστεύω, δεν είμαι νέος, δεν έχω δύναμη. Έχω μόνο πικρές, πικρές αναμνήσεις. Αυτές ανασκαλεύω και παρηγοριέμαι στη σκέψη πως έχω λίγο καιρό, πόσο δεν ξέρω ακόμα, μέχρι να γράψουν άλλοι τον επίλογο που θα λέει για τόπους χλοερούς και δροσερούς και για ένα σωρό άλλες μπούρδες. 1/4μως, επειδή ο χορός όπως βλέπω είναι αργός-συρτός, το γυρίζω στον καλαματιανό και θα πάω χορεύοντας πολύ πίσω στη νιότη και μου 'ρθε στη σκέψη μου πως είχα διαβάσει ένα μυθιστόρημα, το «γλυκό πουλί της νιότης» κι ένα τραγούδι που 'λεγε «πάει το πουλί μου πάει», δύο λέξεις που είναι απόλυτα εναρμονισμένες και που έχουν θέση σ' αυτά που γράφω είναι ο Βίος και η Βιολογία για το συγκεκριμένο κάθε φορά και σε κάθε περίπτωση άτομο. Τώρα αν κάποιος δεν το βλέπει έτσι, πως έρχεται μόνο το γήρας, φέρεται σα να κοροϊδεύει τον εαυτό του. 1/4μως αυτή η σημερινή αλήθεια είναι πέρα από τις ανθρώπινες δυνατότητες και τα θέλω. Αυτή η αλήθεια που όσο κι αν πληγώνει τον εγωισμό είναι η πραγματικότητα, είναι η ίδια η φύση. Ήμουνα 23 χρονών όταν τραυματίστηκα από τη χειροβομβίδα στο Καϊμακτσαλάν. Το 'φερε βλέπεις η κουβέντα για το πουλί και θυμήθηκα κάτι που το 'χα τελείως ξεχασμένο. Τότε με μετέφεραν τραυματισμένο στην Έδεσσα, στη συνέχεια 403 Θεσσαλονίκης. Τι να πρωτοκοιτάξουν οι γιατροί σε μένα. Κρυοπαγήματα τρίτου βαθμού στο δεξί πόδι, γάγγραινα στο αριστερό, μεγάλα τραύματα από τη χειροβομβίδα, κοιλιακά, διαμπερή, μικρά θραύσματα σ' όλο μου το κορμί και στα χέρια. Μερικά τέτοια σιδερικά τα κουβαλάω μαζί μου μια ζωή. Ένα μικρό θραύσμα, σαν κόκκος φακής, είχε σφηνωθεί κι είναι ακόμα στη θέση του, όπως και πολλά αλλά. Αυτό είχε σφηνωθεί στο πάνω μέρος εκεί που αρχίζει το πουλί από το κορμί. Ήταν τόσο βαριά τ' άλλα τραύματα, που ούτε εγώ, ούτε οι γιατροί δώσαμε σημασία. 1/4ταν άρχισα ν' αναρρώνω και να λειτουργώ κάπως σαν οργανισμός, όταν περνούσαν οι γιατροί και κοίταγαν πως πάει η κατάστασις μου, μου τραβάγαν το πουλί μου, που απ' την ταλαιπωρία ήταν ένα πετσάκι. Εγώ νόμιζα πως ήταν όλοι τους αδερφές. Αυτοί είχαν δει στις ακτινογραφίες που βρίσκεται το σιδερικό και ανησυχούσαν μήπως μου έχει κάνει ζημιά στο νεύρο. Γι' αυτό και κάθε ημέρα με ψαχούλευαν. Εγώ δεν είχα ιδέα περί τίνος πρόκειται. Είχαν περάσει πέντε ως έξι μήνες. Άρχισα λίγο να σηκώνομαι απ' το κρεβάτι, να πηγαίνω στην τουαλέτα, με συντροφιά μου πάντα δύο πατερίτσες. Τις περισσότερες ώρες τις περνούσα ξαπλωμένος. Μια μέρα βλέπω τη νοσοκόμα να κάθεται στην καρέκλα απέναντι μου, να έχει ανοίξει τα πόδια της. Άρχισα να κρυφοκοιτάζω. Αυτή έκανε πως έπλεκε, αλλά που και που μου 'ριχνε καμιά μάτια. Πέρασε λίγη ώρα, εγώ άρχισα ν' αναψοκοκκινίζω και τότε έρχεται τραβάει το σεντόνι, με ξεσκεπάζει και βλέπει το πουλί μου σηκωμένο. Τρέχει φωνάζει το γιατρό, έρχονται μαζί, βλέπει κι ο γιατρός. Εγώ έπαθα σοκ, ντράπηκα. Ο γιατρός με χτυπάει φιλικά στον ώμο, τώρα μου λέει είσαι εντάξει. Γι' αυτό έβαλα τη νοσοκόμα να κάτσει έτσι. Δεν ήξερα. 1/4ταν έμαθα, τότε συνειδητοποίησα το πρόβλημα, έμεινα νύχτες άυπνος, χίλια-δύο ερωτηματικά με βασάνιζαν, μέχρι που βγήκα απ' το νοσοκομείο και πήγα στο δοκιμαστήριο. Τι να πρωτοθυμηθώ, για ποιο απ' όλα να γράψω. Πέρασα από την κόλαση του Δάντη και ξαναβγήκα στη ζωή. Α! ρε αδερφέ Νίκο, καλά τα λες, για ν' αναστηθείς πρέπει πρώτα να πεθάνεις. Μα είναι απαραίτητο; Δεν μπορώ να το καταλάβω. Βέβαια ποίηση κάνεις και δίνεις έννοιες μεταφορικές, όμως εγώ είμαι ρεαλιστής, ξέρω πως γεννήθηκα για να ζήσω και να πεθάνω. Δε θέλω να είμαι τίποτα το ξεχωριστό. Ας είσαι καλά φίλε μου και συμπολεμιστή μου. Εσύ έχεις φτερά πετάς, μεταφέρεις και δίνεις σ' εμάς τους άλλους ό,τι αγαθά έχεις από τον απεριόριστο πνευματικό σου χώρο, κάτι που λίγοι το καταλαβαίνουν, κάτι που είναι μόνο για τους εκλεκτούς. Σε φιλώ. Ας ξαναγυρίσουμε όμως στα δικά μου πεζά. Από πέρυσι βγήκα στη σύνταξη. Ξαναγύρισα στο χωριό μου, έχω αρκετό χρόνο στη διάθεση μου κι άρχισα να σκέφτομαι πως έχω πλέον το δικαίωμα να διαθέσω λίγο απ' αυτόν και για τον εαυτό μου και κατά τον τρόπο που εγώ θέλω. Αν αυτό το καταφέρω, πιστεύω και τα υπόλοιπα χρόνια να τα πάω καλά. Βλέπω πως το έχω ανάγκη, είναι κάτι παρά πολύ σημαντικό για μένα. Μια ζωή ολόκληρη, χρόνου φείδου, αγαθά κόποις κτώνται, ευθύνες, υποχρεώσεις, καταπίεση. Μια ζωή όχι σ' αυτό που θέλεις εσύ, αλλά σ' αυτό που θέλουν οι άλλοι. Τριανταπέντε χρόνια οδηγός στο λεωφορείο, οι ίδιες διαδρομές, προκαθορισμένες οι ώρες. Τσεκαρισμένα όλα από την υπηρεσία, ακόμα και που θα κάνεις σταθμό για κατούρημα. Πολλές φορές φανταζόμουνα τον εαυτό μου σα φυλακισμένο σ' ένα κελί με ρόδες. Η λίγη ώρα στο σταθμό να ξαποστάσεις, έμοιαζε σα το μικρό περίπατο σε κάποια αυλή φυλακής, με πολλούς δεσμοφύλακες (επιβάτες), που σου 'λεγαν μπρος, μέσα πάλι να φτάσουμε, έχουμε δουλειές. Κάθε φορά καινούργιες φάτσες, καινούργιοι κριτές, αν οδηγείς καλά, αν έχεις σωστή συμπεριφορά, τι μουσική ακούς, αν είσαι κουρεμένος, αν η μύτη σου είναι στραβή, αν είσαι ελεύθερος ή παντρεμένος και πλησιάζοντας τους Δελφούς να σε ρωτάνε οι τουρίστες από πιο βράχο έπεσε η Κασταλία, γιατί την κυνηγούσε ο Απόλλωνας; Δύσκολες ερωτήσεις, με πολύ ενδιαφέρον, όπως το τι είναι αυτό που κάνει νιάου-νιάου στα κεραμίδια; Αυτά με τους τουρίστες. 1/4σο για τους Έλληνες επιβάτες, σε μεγάλο ποσοστό ρωτούσαν αν οι Δελφοί έγιναν προ Χριστού ή μετά Χριστόν. Θυμάμαι κάτι χαρακτηριστικό σ' ένα δρομολόγιο, ένας Γερμανός τουρίστας που μίλαγε λίγα ελληνικά, σε κάποιο σημείο μετά την Αράχοβα προς τη Λιβαδειά, με ρώτησε σε ποιο μέρος εκεί κοντά ο Οιδίπους τύραννος σκότωσε τον πατέρα του και αν υπάρχει κάποιο σημάδι που να δείχνει την τοποθεσία. Ένας επιβάτης πρόθυμος να τον ενημερώσει, του 'δειξε έναν μαρμάρινο σταυρό. Εκεί είχαν σκοτώσει τον Λήσταρχο Νταβέλη. Κατά τα άλλα, όλα καλά. Πολύ ύφος, μην ομιλείτε στον οδηγό και ξέρεις ποιος είμαι εγώ; Τα επεισόδια και οι καταστάσεις που αντιμετώπιζα κάθε μέρα μ' έκαναν νευρικό, ήθελα να 'μαι συνεπής και σωστός στη δουλειά μου, ήθελα και ήμουνα ένας άνθρωπος ισορροπημένος. Δεν υπήρχε μέση λύση. Ή έπρεπε να γίνεις κι εσύ ανισόρροπος και μαλάκας, ή να παριστάνεις το θηρίο για να επιβιώσεις, όμως κάπως τα κατάφερα. Το μητρώο μου έλεγε πως είμαι νευρικός, λίγο τρελός, αλλά σωστός στη δουλειά μου και στις σχέσεις μου. Έτσι με τέτοια καθημερινά βιώματα, με σκέψη φορτωμένη κάθε φορά με καινούργια προβλήματα, πολλές φορές ενώ οδηγούσα δεν ήμουνα εγώ στη θέση του οδηγού. Το αυτοκίνητο πήγαινε μόνο του από συνήθεια, μαγκανοπήγαδο, τόσο πολύ που μια μέρα ήταν μια λακκούβα στην άσφαλτο κι εγώ κορνάρισα για να παραμερίσει. Μετά συνειδητοποίησα πως τα αντανακλαστικά μου λειτούργησαν υποσυνείδητα και πως δεν ήμουνα παρών. Δεν έλειψαν και τα επεισόδια που ήταν ευχάριστα και δημιουργούσαν μία ατμόσφαιρα φιλική, πολιτισμένη και ανθρώπινη. Ιδιαίτερα με τους ξένους τουρίστες που τους διέκρινε μία ανεμελιά και μία διάθεση πάντα να γνωρίσουν ανθρώπους και χαρακτήρες από τη χώρα μας. Για ό,τι χρειαζόντουσαν στο ταξίδι τους προς Δελφούς, πάντα σε μένα τον οδηγό απευθύνονταν. Πόση ώρα θα χρειαστεί να φτάσουμε, που θα κάνουμε στάση κλπ. είχα μάθει δύο-τρεις λέξεις απαραίτητες για τη δουλειά μου στ' Αγγλικά κι έτσι πότε με παντομίμα, πότε ανακατεύοντας αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά, έβγαινε η συνταγή. Μια μέρα, Ιούλιος του 1985, ξεκίνησα δρομολόγιο από Άμφισσα-Δελφούς-Αθήνα. Από την αφετηρία ήμουνα κομπλέ από επιβάτες. Φθάνοντας στους Δελφούς, περίμεναν καμιά δεκαριά ξένοι για να επιστρέψουν στην Αθήνα. Τους είπα να περιμένουν το άλλο λεωφορείο γιατί μαζί μου θα πάνε όρθιοι. Έτσι κι έγινε. 1/4μως ένα ζευγάρι Γερμανοί, ο άντρας γύρω στα πενήντα χρόνια, η γυναίκα περίπου στα σαράντα, επέμεναν να ταξιδέψουν έστω και όρθιοι γιατί έπρεπε να φτάσουν εγκαίρως στο αεροδρόμιο, για να επιστρέψουν στη χώρα τους. Ο άντρας μιλούσε κάπως καλά τα ελληνικά και πιάσαμε κουβέντα. Είπα στη γυναίκα και κάθισε στη θέση του εισπράκτορα. Ο εισπράκτορας θα κατέβαινε σε λίγα χιλιόμετρα για να ελέγξει άλλο λεωφορείο. 1/4ταν έκοψε τα εισιτήρια ο εισπράκτορας, του άφησαν ένα πεντακοσάρικο πουρμπουάρ για την εξυπηρέτηση. Ο άντρας όρθιος κρατιόταν από μια χειρολαβή και κάθε φορά που φρενάριζα, ήταν τόσο κοντά μου, που νόμιζα πως θα πέσει πάνω στο κεφάλι μου του είπα λοιπόν και έκατσε πάνω στο καπό της μηχανής, γύρισε τα πόδια του προς την πλευρά της γυναίκας του, για να μην εμποδίζει στην οδήγηση. Έκανε όμως τόσο ζέστη και η μηχανή είχε πυρώσει, γι' αυτό που και που σηκωνόταν. Είμαι σίγουρος πως αν είχε τίποτα μητρικά θα του πέρασαν. Εγώ, μία η ζέστη, μία η σκέψη πως έπρεπε φθάνοντας στην Αθήνα να επιστρέψω για Άμφισσα πάλι με προγραμματισμένο δρομολόγιο, ήμουν λίγο εκνευρισμένος. Κατά τη διαδρομή προσέφερα τσιγάρο στο Γερμανό, το πήρε, μ' ευχαρίστησε κι αρχίσαμε να χαζοκουβεντιάζουμε. Σε μισή ώρα που εγώ θέλησα πάλι να καπνίσω έδωσα και σ' αυτόν, μου λέει ευχαριστώ δε θα καπνίσω άλλο, έχω ενοχλήσεις με την καρδιά μου. Εγώ το 1981, είχα πάει στη Λαμία, στον εξάδερφό μου τον καρδιολόγο, μου 'κανε καρδιογράφημα μου είπε ότι έχω σκλήρυνση του αριστερού κόλπου, μου συνέστησε λίγα τσιγάρα, λίγη δουλειά, λίγα νεύρα, ελεγχόμενη ζωή. Μου 'δωσε και κάτι χαπάκια που τα 'ριξα σ' ένα τσεπάκι στο λεωφορείο και ούτε ποτέ τα χρησιμοποίησα. 1/4ταν ο Γερμανός μου είπε πως έχει την καρδιά του, του λέω κι εγώ έχω ενοχλήσεις. Έκανα καρδιογράφημα και ο γιατρός μου συνέστησε νιχτ φιλ αρμπάιτ, νιχτ φιλ έσσεν, νιχτ φιλ ντρίνκεν, νιχτ φιλ σεξ και όπως βλέπεις τίποτα απ' όλα δεν έκοψα. Η γυναίκα του άκουγε την κουβέντα κι αυτός της εξηγούσε τι λέμε. Είδα τη γυναίκα ν' απορεί απ' αυτά που συνέβαιναν και για μια στιγμή του λέει, βλέπεις ο Έλληνας δεν έκοψε τίποτα απ' ό,τι του συνέστησε ο γιατρός, εσύ τα έκοψες όλα. Γελάσαμε ήταν ωραίος άνθρωπος. Κοντεύαμε να φτάσουμε στην Αθήνα, κάπου εκεί, στη διασταύρωση Κηφισιάς-Μενιδίου, σταμάτησα στο φανάρι. Ο Γερμανός με ρωτάει, ειλικρινά έχεις καρδιά; Εγώ για να επιβεβαιώσω τα λεγόμενα μου, βγάζω από το τσεπάκι που ' χα πετάξει τα χάπια, που μου είχε δώσει ο ξάδερφος μου και του τα δίνω. Αυτός τα περιεργάζεται λίγο και τα δίνει στη γυναίκα του, η δε γυναίκα μου λέει «ιχ μπιν ντόκτορ» και κοιτάζοντας το μπουκάλι ξεσπάει σ' ένα γέλιο γεμάτο ανακούφιση και μου λέει εσύ δεν είσαι άρρωστος στην καρδιά, αλλά είσαι λίγο τρελός. Τα χάπια που μου είχε δώσει ο γιατρός ήταν ηρεμιστικά. Μετά απ' αυτό, πραγματικά έγινε ένα πανηγύρι μες στο λεωφορείο και χωρίζοντας στον σταθμό μου σφίξαν το χέρι για το happy end. Ποιος ξέρει πόση τρομάρα θα πήραν καθοδόν, στην σκέψη πως ο οδηγός, από στιγμή σε στιγμή, ίσως πάθει έμφραγμα. Βέβαια δεν ήταν η μοναδική περίπτωση. 1/4λο και κάτι γινόταν που έσπαγε τη μονοτονία των χιλιόμετρων. Πολλές φορές ξεκινούσα από την αφετηρία, έτοιμος να εκραγώ από τις απαιτήσεις και τις παραξενιές των επιβατών, όμως παραδόξως ο τερματισμός ήταν ευχάριστος. Βέβαια όταν πλησιάζεις στο τέρμα μιας προσπάθειας ή ενός στόχου, έτσι είναι. Με το πρώτο λεωφορείο, τη Βαγγελιώ, έτσι το 'χω βαφτίσει γιατί κυκλοφόρησε 25 Μαρτίου, ξεκίνησα δρομολόγια από Αθήνα προς Άμφισσα. Γενάρης του 1960, έφυγα από την Αθήνα ώρα 17 και 30. Πριν φτάσω στη Λιβαδειά είχε νυχτώσει για τα καλά. Ο καιρός χιόνιζε. 1/4σο ανέβαινα προς την Αράχοβα, τόσο το χιόνι γινόταν πιο πυκνό. Ο δρόμος είχε σκεπαστεί, που και που περνούσε κάνα αυτοκίνητο και ρωτούσα αν μπορώ να συνεχίσω. Κάποιος οδηγός, που ερχόταν από πάνω και πριν λίγο είχε περάσει το επικίνδυνο σημείο, όταν διασταυρωθήκαμε σταμάτησε και μου λέει, βιάσου να περάσεις γιατί θα βρεις πολύ χιόνι μπροστά και συνεχίζει να ρίχνει. Πράγματι προχωρώ, σε μερικά σημεία ο δρόμος είχε λίγο χιόνι, σε μερικά ανά πενήντα ως εκατό μέτρα ήταν στοίβες το χιόνι μαζεμένο. Ο δυνατός βοριάς σκούπιζε το δρόμο και μαζευόταν το χιόνι όπως κάνουμε τις θημωνιές, ανεμοσούρια τα λέμε. Γνώριζα καλά το δρόμο, είχα καινούργιο γερό αυτοκίνητο, όσο όμως προχωρούσα τα πράγματα δυσκόλευαν. Για μια στιγμή σκέφτηκα να επιστρέψω στη Λιβαδειά, όμως μέσα στη νύχτα ο τόπος σκεπασμένος με χιόνι, που θα έκανα μανούβρα για να γυρίσω. Τραβάω μπροστά. Τα δύο τρία ανεμοσούρια τα 'σπασα, μάζευα φόρα και προχωρούσα, όμως κάποια στιγμή σπάει ο άξονας. Είναι ο άξονας που μεταφέρει από τη μηχανή την κίνηση προς τους τροχούς. Ακινητοποιήθηκε το λεωφορείο. Ερημιά, χιόνι, νύχτα, ο δρόμος είχε πλέον κλείσει. Δεν περνούσε κανένα αυτοκίνητο. Δεν ήξερα πλέον τι να κάνω. Οι επιβάτες διαμαρτύροντο, έλεγαν γιατί να προχωρήσω και να μην μείνουμε στη Λιβαδειά. Ήταν αυτοί οι ίδιοι που πριν έλεγαν να συνεχίσουμε να φτάσουμε στα σπίτια μας. Για καλή μας τύχη μία τσοπάνισσα, που λίγο πιο πάνω είχε το μαντρί με τα γίδια, είδε τα φώτα του λεωφορείου, άκουγε φωνές, κατάλαβε πως έχουμε μείνει και μας φώναξε να πάμε στην καλύβα της που είχε φωτιά. Ο ένας πίσω από τον άλλον, σαν φαντάροι σε νυχτερινή πορεία, πήγαμε στην καλύβα, χιόνι είχε μπει μες στα παπούτσια, μούσκεμα τα ρούχα μας, ποιος να πρωτοκάτσει κοντά στη φωτιά. Σ' ένα χώρο τρία επί πέντε και ύψος ένα πενήντα, ήμασταν εικοσιπέντε άνθρωποι. Έβαζε ξύλα η τσοπάνισσα στη φωτιά, ο καπνός δεν είχε έξοδο, άρχιζαν να δακρύζουν τα μάτια μας από την ατμόσφαιρα και σαν να μην έφταναν όλα τ' άλλα, άρχισαν να μας επιτίθενται και οι ψύλλοι. Χιλιάδες ψύλλοι νηστικοί. 1/4ταν ξημέρωσε, ένα κάτασπρο κι έρημο τοπίο ήταν η πρώτη εικόνα που αντικρίσαμε. Τα γίδια και τ' άλλα ζωντανά στο μαντρί βέλαζαν, διαμαρτύροντο νηστικά. Κατά το απόγευμα, ένα συνεργείο εκχιονισμού μας πήρε με το δικό του αυτοκίνητο και μας πήγε στη Λιβαδειά. Σε καμιά-δυο μέρες επισκεύασα το αυτοκίνητο, γύρισα στο σπίτι μου στην Αθήνα κι έλεγα στη φαμίλια μου για την περιπέτεια που είχα. Το Γιωτάκι η κόρη μου, όταν άκουσε πως οι ψύλλοι μας ήπιαν το αίμα, γεμάτο απορία με ρώτησε «μπαμπά είναι πολύ μεγάλα θηρία οι ψύλλοι; Τα σκοτώσατε;». Το Γιωτάκι ήταν τεσσάρων χρονών τότε. Για όλους τους ανθρώπους τους δημιουργικούς, η ζωή είναι μια συνεχής προσπάθεια, επιτυχίες, αποτυχίες, μια μέσα μία έξω. κάποια ανάποδα και πάει λέγοντας. 1/4μως υπάρχει μεγάλη διαφορά από το νησί των λωτοφάγων, των Φαιάκων κ.λπ στο ταξίδι του Οδυσσέα κι εγώ όχι πως παριστάνω τον Οδυσσέα, αλλά στο ταξίδι της ζωής μου με παραμόνευαν πάντα τα προβλήματα. Κι απ' ό,τι βλέπω, είναι μακριά η Ιθάκη ακόμα. Να πάω στο νησί της Κίρκης; Δεν πέρασα απ' αυτό το δρόμο, απλώς θυμήθηκα τον 1/4μηρο και απ' ό,τι βλέπω στον καθρέφτη, καλή είναι η φάτσα μου ή μάλλον καλύτερη από τη γουρουνίσια. Ας ξαναγυρίσω στα έξω, γιατί τα μέσα μου έχουνε γίνει ανάκατα. ΑΝΤΙ ΕΠΙΛΟΓΟΥ Αθήνα, 10/2/89. Διαβάζοντας κανείς τη βιογραφία μου, ίσως δικαιολογημένα σκεφτεί: δηλαδή κύριε τάδε δεν έχεις τίποτα καλό να μας διηγηθείς, μόνο άσχημες και δύσκολες μέρες και άχαρα και δύσκολα χρόνια; Τον ήρωα παριστάνεις ή θέλεις να σ' αγαπήσουμε μετά θάνατον. Επειδή όμως ο οποιοσδήποτε μετά θάνατον δεν δικαιώνεται, μ' αυτό το σκεπτικό δεν έχω κανένα λόγο να κρύψω ή να προσθέσω στην αλήθεια. Και η αλήθεια συνοπτικά είναι. Στα δέκα μου χρόνια, ορφάνεψα από μητέρα. Μέχρι τα δεκάξι δεκαεφτά, με μητριά. 1940-43 κατοχή, νηστικός, ξιπόλητος, '42, '43, '44, '45, αντάρτης στην ΕΠΟΝ ΕΛΑΣ, μάχες, πορείες σαν το αγρίμι, από σπηλιά σε σπηλιά και από ράχη σε ράχη. 1945 έως 1947, όπως όλοι οι αντιστασιακοί, κυνηγημένοι και μίασμα για τους κρατούντες. 1947 έως 1949, στρατιώτης εμφύλιος, τραυματίας, εννέα ως δέκα μήνες νοσοκομείο 403 και 401. Υπόδικος στις στρατιωτικές φυλακές και στη συνέχεια εγκληματικές φυλακές Βέροιας. 1949, απολύθηκα από τον στρατό. Ο χαρακτηρισμός του φυγάς, κυνηγημένος, νομίζω έχει θέση για το διάστημα 1949 ως 1952. Τρία χρόνια στον εργολάβο Αστερινό, όπως στην αρχή γράφω, για να μη βρίσκουν τα ίχνη μου. Πειραιά, λιπάσματα, Θεσσαλονίκη, Στρατόνι Χαλκιδικής. Βαύδος, Αθήνα, Λάρυμνα, Αθήνα. 1/4λο αυτόν τον καιρό, με το φόβο πως άμα με βρουν ή η φυλακή με περιμένει ή κάνα ξερονήσι. 1953 έως 1957, να ψάχνεις για δουλειά και να κυνηγάς τη δραχμή, να κανείς τη νύχτα μέρα και να λιάζεις το σκατό σου. Οικογένεια, γραμμάτια στο λεωφορείο, ενοίκια και τόσα άλλα που στην αρχή γράφω. Τι χαρακτηρισμό να δώσω σ' αυτά τα χρόνια; Χωρίς ανάσα, ναι, χωρίς ανάσα είναι το λιγότερο που μπορώ να πω. Τώρα, αν είναι πιο πάνω ή πιο κάτω δεν έχει νόημα, ό,τι ήταν να γίνει έγινε, ούτε μετάλλιο διεκδικώ ούτε συγχωροχάρτι. Αυτά για τον αναγνώστη. Εξακολουθώ να είμαι πεισματάρης και ασυμβίβαστος. Δεν ήθελα ποτέ να γίνω ο εαυτούλης μου, πάντα φρόντιζα για τους άλλους κι αυτό κάνω ακόμα. Μήπως φορτώθηκα πολύ; Μήπως ήρθε η ώρα να αποσυρθώ; Μήπως ήρθε η ώρα να ασχοληθώ λίγο και με τον εαυτό μου; Ίσως αυτά τα νευρικά μου ξεσπάσματα, είναι η μάχη που δίνω με τον εαυτό μου για κάτι αλλιώτικο. 1/4πως πάντα αφήνω το χρόνο να τρέχει και έχω πιλότο την εμπειρία και το ένστικτο. Μ' αρέσει η μοναξιά, μιλάω με τον εαυτό μου, δεν έχω τάσεις μικροαστού, δεν μ' ενδιαφέρει τι θα φάω ή που θα κοιμηθώ, ούτε θέλω βιτρίνες με ψεύτικα μπιχλιμπίδια. Το πανεπιστήμιο της ανάγκης που βγάζει φωστήρες, μ' έμαθε και μένα τι είναι καλό, τι είναι δημιουργία, τι είναι αγάπη. Μ' αυτά τα στοιχεία δεν έχασα ποτέ το δρόμο μου. Καλημερίζω τον ήλιο, χαμογελάω στο χορταράκι που μεγαλώνει. 1/4πως ο ερωτευμένος κοιτάει την αγάπη του, έτσι κι εγώ κοιτάζω τη φθινοπωρινή γη με τα τόσα απαλά της χρώματα και αναπνέω το άρωμα της στο πρωτοβρόχι. Σε λίγες μέρες, θα πάω μια βόλτα στο χωριό μου γιατί μου 'λειψαν κάτι φιλαράκια που κάθε πρωί και κάθε απόγευμα, λες κι έχουμε ραντεβού, έρχονται στην καλύβα μου, στα σύρματα του τηλεφώνου, σκαρφαλωμένα και μου τραγουδάνε. Θα πάω να δω το εξωκλήσι, τον Αϊ Θανάση, που όταν βρίζω όλους τους αγίους, αυτόν δεν τον λέω γιατί είναι γείτονας. Θα δω το κατσικάκι που πηδάει και σκαρφαλώνει στην ράχη του γάιδαρου και του δαγκώνει τ' αυτί. Δε μου χρειάζονται πίνακες ζωγραφικής, έχω τη φύση. Δε μου χρειάζεται ούτε το καναρίνι στο κλουβί για να μου κελαηδάει, δε μου χρειάζεται το τσίρκο με τ' αλογάκια και τα διατεταγμένα ακροβατικά του. Τούτα τα χαίρομαι δύο φορές γιατί είναι ελεύθερα, γιατί σου δίνουν χωρίς να περιμένουν αντάλλαγμα κι αν είσαι σωστός τ' αγαπάς. 1/4σο σκληρός έμπορος κι αν ήσουνα κυρα-Ζωή, όσο κι αν έβγαζες το λογαριασμό πως πάντα σου χρωστάω, αυτά δε μπόρεσες να μου τα πάρεις, δεν κατάφερες να με κάνεις να τ' απαρνηθώ, δε στα πούλησα. Γι' αυτό νιώθω κ