Αποσπάσματα από το παραμύθι Η Τριανταφυλλιά και η Κακιά Μάγισσα Χαχάφω του Ανδρέα Ανδρεόπουλου ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ Μιλάει το δέντρο: 1/4ταν ο Θεός έφτιαξε τον κόσμο, έφτιαξε στον κήπο της δημιουργίας όλα τα ζώα και τα φυτά που ξέρει ο άνθρωπος και άλλα περισσότερα που ούτε τα γνώρισε, ούτε θα τα γνωρίσει ποτέ, όλα τα θαυμαστά και φρικαλέα έργα του που και η φύση η ίδια δεν θα τα καταλάβει. Μέσα στην τέλεια ισορροπία του σύμπαντος έφτιαξε και την κορώνα του, το θεσπέσιο δέντρο στη μέση της Εδέμ, αυτό που ήταν ο χάρτης και η εξήγηση της ίδιας της κοσμογονίας. Τα φύλλα του γράφουν τα μελλούμενα και τα παρελθόντα, ο κορμός του είναι από το ίδιο υλικό με το μαγικό και άφθαρτο πετσί του χρόνου, τα φρούτα του είναι η γνώση η πριν τον άνθρωπο, η γνώση του Θεού και του Διαβόλου, το Μεγάλο Μυστικό που είναι κρυφό γιατί δεν φτιάχτηκαν οι λέξεις να το περιγράψουν. Μέσα στη γνώση και στο σχέδιο του Θεού ήταν και όσα έγιναν. Ο πρώτος άνθρωπος έκοψε το φρούτο από το δέντρο, και αυτό ευθύς έσπασε σε χίλια κομμάτια που μοιράστηκαν σε όλη την πλάση, στα αστέρια και στο φεγγάρι, στον ουρανό και στο βυθό της θάλασσας, στα απάτητα βουνά και στα αφιλόξενα δάση. Σπάνια έχει δει μάτι ανθρώπου κάποιο από αυτά τα μαγικά κλωνιά, δέντρο το καθένα από μόνο του. Θα ξανασμίξουν πάλι μόνο την τελευταία στιγμή του κόσμου, όταν οι άνθρωποι, τα πουλιά και οι καπνοί μιλούν την ίδια γλώσσα και όταν οι διάβολοι και οι άγγελοι θα χορεύουν τον ίδιο χορό, γιατί τα κομμάτια αυτά δεν μπορεί να τα μαζέψει κανείς μονάχος, μόνο ένας άγγελος, ένας διάβολος και ένας θνητός μαζί. Εγώ είμαι το δέντρο της γνώσης, το δέντρο του χρόνου του άπονου, το δέντρο του σκοταδιού και του φωτός, μάρτυρας παντοτινός και μακρινός για όσα γίναν και όσα θα γινούν, για όσα θα μπορούσαν να γίνουν και για αυτά που ποτέ δεν θα γινόντουσαν. ------------------------------------------------------------------------ Αποσπάσματα από το παραμύθι Η Τριανταφυλλιά και η Κακιά Μάγισσα Χαχάφω του Ανδρέα Ανδρεόπουλου ΤΑ ΜΥΣΤΙΚΑ ΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΑΣ Τίποτα δε χάνεται κάτω από το νερό, τίποτα δεν πεθαίνει. Πολλά είναι ξεχασμένα για τον απάνω κόσμο, πολλά για τις εποχές και τους χρόνους που πέρασαν, όμως στη θάλασσα οχτώ αιώνες είναι σα μια μέρα πριν και πενήντα χιλιάδες χρόνια σαν ένας μήνας. Ο κόσμος σήμερα έχει ξεχάσει πως κάποτε υπήρχαν πράγματα μαγικά απάνω στη γη, υπήρχε η θύμηση του ουρανού μέσα στον καθένα και η γεύση της γης ήταν ακόμα νωπή στον ουρανίσκο. Αλλοτινές και περασμένες εποχές, θαμμένες πόλεις και νικημένοι στρατοί, όλες οι θύμησες και όλα τα σημάδια έχουν μείνει ζωντανά στο βάθος του απέραντου ωκεανού. Η σοφία των ανθρώπων κάποτε πρέπει να ξεχαστεί και να ξαναγεννηθεί, να περάσει από το σώμα στην καρδιά κι από κει στο μυαλό, ύστερα πάλι στην καρδιά και πάλι στο σώμα. 1/4μως για τα πλάσματα της θάλασσας όλα είναι ένα, καταπώς το σώμα που δεν έχει βάρος και αφήνεται να ακούσει τα λόγια των νεκρών από τον αέρα που τα μεταφέρει. Κι ακόμα, ζούνε μ' αυτό το τέταρτο κομμάτι της ύπαρξης αγκαλιά, αυτό που δε γνωρίζουν οι άνθρωποι πια, δεν το βρήκανε ακόμα, αυτό που έχει τη μνήμη του Θεού και των αστεριών, αυτό που πετάει τη νύχτα μες τον ύπνο και αγκαλιάζει με τα όνειρα τις πιο πικρές, κρυφές πληγές του καθενός. Τρεις γενιές, τρεις φορές οι άνθρωποι έχουν περάσει από το πρόσωπο της γης, έχουν φτιάξει πολιτείες και τις έχουν καταστρέψει, την κάθε φορά να μην έχει μείνει πουθενά θύμηση για τους παλιότερους και την κάθε φορά να νομίζουν πως μονάχα τώρα ανακαλύπτονται τα μυστικά της γης και του ουρανού. Λίγα σημάδια έχουν μείνει από τότε που πραγματικά πρωτοπερπάτησε ο άνθρωπος στη γη, από τότε που λίγο ξεχώριζαν οι άνθρωποι, οι θεοί και οι δαίμονες και που τα μονοπάτια που οδηγούσαν στους ουρανούς ήταν ακόμα ολοφάνερα πάνω στη γη. Δυο χαμένα υποβρύχια ηφαίστεια στα πιο κρυφά μέρη των ωκεανών κρατούν ακόμα, εκτός από τις μνήμες τις αρχαίες, θαύματα ζωντανά μέσα στα σωθικά τους. Εκεί, μια φορά που κολυμπούσα στα νερά τους, είδα την τελετή της φωτιάς που μαζεύει τις νεράιδες του Αλδεβαράν, του Κρόνου και του Ποσειδώνα μια φορά στα δυο χιλιάδες χρόνια, όταν όλα αυτά που έγιναν, ό,τι ειπώθηκε και πράχτηκε, ό,τι έπρεπε να μισήσει, να αγαπήσει, να λησμονήσει και να αισθανθεί ο κάθε άνθρωπος, ό,τι προπαντός κατάλαβε, όλα αυτά εξετάζονται ένα ένα και αποφασίζεται από αυτές τις μάγισσες του χρόνου αν θα καταγραφτούν και αν θα ξαναγίνουν ή αν έφτασε η στιγμή να ξεχαστούν παντοτινά και κανείς να μην ξαναμιλήσει ποτέ γι' αυτά. Τόλμησα κι εγώ και πλησίασα δειλά, ένα δελφίνι σαν όλα τα δελφίνια της θάλασσας, μέχρι που μια νεαρή νεράιδα με κόκκινα μαλλιά μακριά ως τα πόδια της με κοίταξε ίσα μες τα μάτια. Είδε τον άνθρωπο μέσα στο ζώο, όμως μόνο χαμογέλασε και ξαναγύρισε με τις άλλες. Σε λίγο γύρισε, μου χάιδεψε τη μουσούδα μέχρι που ησύχασα και μου 'λεγε λόγια γλυκά, απαλά, σα να με ήξερε. Ξεθάρρεψα κι εγώ και άρχισα να φέρνω βόλτες γύρω της, παίζοντας μια με το καπέλο της, μια με τα μαλλιά της και μια με το φόρεμά της. Κι αυτή όλο και έλεγε λόγια ήρεμα που δεν καταλάβαινα, όμως ένιωθα τέτοια σιγουριά και τέτοια εμπιστοσύνη που δε μ' ένοιαζε, μια μάγισσα με είχε εξορίσει στους ωκεανούς, τι θα μου έκανε η μικρή νεράιδα; Σε μια στιγμή, εκεί που είχα σταματήσει πλάι της και γύρευα να της βγάλω το καπέλο, με άρπαξε απότομα από το πτερύγιο και με έναν πήδο βρέθηκε πάνω στην πλάτη μου. Ξαφνιάστηκα και τρόμαξα, προσπάθησα να την τινάξω από πάνω μου, όμως αυτή σφίχτηκε ολόκληρη γύρω μου και κόλλησε το στόμα της στο δεξί μου αυτί. "Μέρωσε, μικρό δελφίνι", μου είπε, "δε θα σου κάνω κακό. Βλέπω τι συμβαίνει μέσα σου, πως για κάποιο λόγο είσαι αποδιωγμένος από τη στεριά, πως και κάτι άλλο μέσα σου ζητάει λύτρωση. Θα σε ξαναφήσω εκεί που σε βρήκα, όμως πρώτα θα σου δείξω κάτι". Με οδηγούσε και με πήγαινε όπου ήθελε αυτή, χωρίς να μπορώ να αντισταθώ καθόλου, χωρίς να ξέρω πού ήθελε να με πάει και γιατί. Μα η καρδιά μου δεν ήταν ανήσυχη, αυτή η μικρή νεράιδα με γέμιζε εμπιστοσύνη, μου ξυπνούσε μέσα μου κάτι δυνατό έτσι όπως χύθηκα με όλη μου τη γρηγοράδα στα νερά. Γελούσε η μικρή νεράιδα κι εγώ έβαζα ακόμα πιο πολλή δύναμη, έσκιζα τα νερά και τα άλλα ψάρια τριγύρω έφευγαν γρήγορα μόλις με έβλεπαν να πλησιάζω. Ανέβηκα στην επιφάνεια, πού με πήγαινε άραγε αυτό το κορίτσι αναρωτιόμουν, όμως ξαφνικά μέσα από τους αφρούς που ξεσήκωνε το τρελό μας κολύμπι είδα να πλησιάζουμε στεριά, νησί πρέπει να ήταν γιατί έβλεπα βάρκες πολλές στην ακτή και ασπρισμένα σπιτάκια το ένα δίπλα στο άλλο, όλα να κοιτούν τη θάλασσα, σα να μην είχε τίποτε άλλο να δώσει η γη παραμέσα. Πλησιάζαμε όλο και πιο πολύ και άρχισα να νιώθω αλλιώτικα, να θυμάμαι θύμησες που δεν τις είχα ζήσει ποτέ, που δεν ήταν δικές μου. Θυμήθηκα πως το γνώριζα αυτό το νησί, πως είχα ζήσει εκεί κάποτε και πως έλειψα για πολλά πολλά χρόνια. Και πως γύρισα μια μέρα πασχίζοντας να διώξω από μέσα μου, να πολεμήσω τους δαίμονες που με κυνηγούσαν. Σαράντα μέρες έμεινα στο πίσω δωμάτιο του σπιτιού, χωρίς να βγω ούτε για νερό ούτε για φαγητό, χωρίς να δω έναν άνθρωπο. Οι χωριανοί είχαν φύγει τρομαγμένοι από τις απόκοσμες φωνές που έβγαιναν από μέσα μου, από την φρικιαστική μου όψη και από το φόβο της αρρώστιας. Έμεινα μόνος μου, πάλεψα με την ψυχή στα δόντια ώσπου μια μέρα άρχισε να χάνει δύναμη ο Σατανάς, άρχισε να με εγκαταλείπει, ίσως γιατί είχα πια μείνει ένα ανθρώπινο ρημάδι. Βγήκα από το σπίτι απάνω στις σαρανταδυό μέρες χωρίς να μπορώ να σταθώ καλά καλά στα πόδια μου, σερνόμουν και έπεφτα συνεχώς και δε μπορούσα να δω μπροστά μου. Μόνο να μυρίσω το νερό μπορούσα, μόνο να φανταστώ πού θα ήταν, όμως δε μπορούσα να το φτάσω και να το βρω. Τότε βρέθηκε ένα χέρι και με σήκωσε, τα μάτια μου ήταν αδύνατα και δε μπορούσαν να δουν, κάποιος όμως με μάζευε και μου έδινε νερό, μου έδινε να φάω και μου παραστέκονταν να περπατήσω. Μια φωνή κοριτσίστικη που δε γνώριζα, της παραδόθηκα να με φροντίσει. Με κράτησε εφτά μέρες μέχρι να γυρίσω στους ζωντανούς. Ήταν μια βοσκοπούλα που, αψηφώντας τις ορμήνειες των χωρικών, κοίταζε καμμιά φορά το χωριό ψηλά από ένα λόφο με πεύκα και με σκίνα, μέχρι που κάποτε έτυχε να με δει να σέρνομαι στο χώμα. Της χρωστούσα τη ζωή μου, όμως έπρεπε να βιαστώ να φύγω, αρκετό χρόνο είχα χάσει και οι άντρες μου με περίμεναν ακόμα, είτε νόμιζαν πως είχα πεθάνει. Δεν ήταν δυνατό να την πάρω μαζί μου, είχα πάρει όρκο να μη ζήσω με γυναίκα μέχρι να ξαναπάρουμε την αυτοκρατορία, όμως της υποσχέθηκα στην ψυχή μου και στην αφοσίωσή μου για το Ναό πως μια μέρα θα ερχόμουν και θα της ξεπλήρωνα το χρέος, θα της άλλαζα τη ζωή της. Με είδε να φεύγω πνιγμένη στο κλάμα, τον άντρα που ανάστησε με την πνοή της, το μόνο άντρα που θέλησε για σύντροφο, και που στο βάθος κάτι της ψιθύριζε πως δε θα τον ξανάβλεπε. Έφυγα ξαναζωντανεμένος και δυνατός, μάζεψα πάλι τους πιστούς μου άντρες και τους οδήγησα στη μια μάχη μετά την άλλη, χωρίς ποτέ να σταθούμε, χωρίς ποτέ να καταλαγιάσουμε. Εφτά χρόνια πολέμησε ο στρατός μας, μέχρι που λευτερώσαμε τα προδωμένα εδάφη. Τότε θα ήταν κι ο καιρός να γυρίσω και να εκπληρώσω την υπόσχεσή μου, όμως ο Θεός το θέλησε αλλιώς. Ένα απόγευμα που λαγοκοιμόμουν στη σκιά μιας πλατανιάς με είδε ένας από τους άνομους, ένας που ο πατέρας του εκτελέστηκε γιατί σύλλησε τον ιερό μας Ναό και γύρεψε να πουλήσει τα πετράδια του στους εχθρούς της αυτοκρατορίας. Με γνώρισε ποιος ήμουν και, αφού παραφύλαξε μέχρι να σιγουρευτεί πως κανείς δεν ήταν τριγύρω, ήρθε κρυφά και μου έσπασε με μια πέτρα το κρανίο. Έτσι τελείωσε άδοξα η ζωή μου τότε, όχι όπως το περίμενα για χρόνια, τριγυρισμένος από τους πιστούς μου σωματοφύλακες σε μάχη με τους εχθρούς μας. Η υπόσχεση όμως παρέμενε και η βοσκοπούλα δε με είχε ξεχάσει, όλο περίμενε πότε θα ερχόμουν και θα την έπαιρνα από το νησί, μάταια δυστυχώς, γιατί ποτέ δεν έμαθε πως δε ζούσα πια. Κάθε χρόνο την ημέρα που έφυγα πήγαινε στην κορυφή του λόφου με τα πεύκα και τα σκίνα και κοιτούσε μακριά... μακριά... μήπως και δει το καράβι μου που θα την έπαιρνε από το νησί και θα την πήγαινε στην πρωτεύουσα να ζήσει κυρά μου μέσα στα μετάξια και τα κρύσταλλα. Γέρασε και πέθανε κι αυτή με την πίκρα μέσα της, γιατί το ήξερε πως δε θα την άφηνα ποτέ έτσι, δε θα την παρατούσα μονάχη της μετά από τις εφτά μέρες που μου έδωσε πίσω τη ζωή μου και μετά τα εφτά χρόνια που κράτησε ο πόλεμος. Κι όμως τώρα να που ξαναγύρναγα σ' αυτό το νησί, να που μετά από χιλιάδες χρόνια ξαναβρισκόμουν εκεί και τα θυμόμουν όλα σα να γίναν προχτές, να που ξανάβλεπα το λόφο με τα πεύκα και τα σκίνα, που ξεχώριζα το σπίτι που έμεινα κι ένα καλυβάκι ψηλά στο λόφο, το "σπίτι της γριάς", όπως έμαθα πως το λέγαν αργότερα. Βγήκαμε με τη μικρή νεράιδα σε έναν κρυμμένο κόλπο που δε μπορούσε άνθρωπος να τον φτάσει από τη στεριά γιατί βρισκόταν ακριβώς από κάτω από την απότομη μεριά του λόφου. Εκεί με ξάπλωσε στην άμμο και με έθαψε για δυο νύχτες, ενώ τις μέρες ξανάπεφτα στη θάλασσα. Το πρωί της τρίτης μέρας με ξέθαψε κι εγώ, άνθρωπος ξανά, περπάτησα πάλι απάνω στη γη και σκαρφάλωσα το γκρεμό μαζί της. Κατεβήκαμε μαζί το δρόμο του λόφου, μπήκαμε στο χωριό που πολύ λίγο είχε αλλάξει από τότε. Τα σπίτια έμοιαζαν μόνο πιο σκοτεινά, σαν να τα είχαν σκουρήνει τόσοι αιώνες. Δε φαινόταν άνθρωπος πουθενά, ούτε ζώο ούτε πουλί. Φτάσαμε στο σπίτι που ήξερα τόσο καλά και όταν μπήκαμε πια μέσα και ξαναβρέθηκα στο μικρό δωμάτιο με το παράθυρο στην εσωτερική αυλή, τότε με πιάσανε τα κλάματα γιατί αυτή η υπόσχεση ήταν κάτι που έκαιγε στην ψυχή μου για χιλιάδες χρόνια κι όμως πώς μπορούσα να τη θυμηθώ και να αλλάξω αυτά που έγιναν; Τότε μόνο, σαν είδα το στενό κρεβάτι που κοιμόμουν και την καρέκλα που με ξενυχτούσε η βοσκοπούλα και το κανάτι με το νερό που μου δρόσιζε το μέτωπο στον πυρετό και την αδυναμία έξω από το παράθυρο, τότε γύρισε και το παλιό το χρέος καταπάνω μου και με έριξε με αναφυλλητά στο πάτωμα. H μικρή νεράιδα με αγκάλιασε, με σήκωσε όρθιο και πήρε το πρόσωπό μου στα χέρια της, απέναντι στο δικό της. Είδα βαθιά μέσα στα μάτια της, είδα τόσους αιώνες να σβήνουν μονομιάς και τα χαρακτηριστικά της να αλλάζουν και να παίρνουν όψη γνώριμη, να γίνεται αυτή η ίδια η βοσκοπούλα που πέθανε σ' αυτό εδώ το νησί περιμένοντάς με να γυρίσω από τον πόλεμο. "Χρωστάγαμε κι οι δυο στο Χρόνο", μου είπε. "Εσύ έπρεπε να έρθεις και πάλι εδώ και να με συναντήσεις κι εγώ έπρεπε να σε αφήσω ελεύθερο και να σε συγχωρήσω. Δεν έφταιξες εσύ για ό,τι έγινε. Με έδεσε η προσμονή κι ύστερα ο θυμός απέναντι στη μοίρα. 1/4μως έτσι έπρεπε να γίνουν όλα, έπρεπε να ζήσουμε κι οι δυο ξεχωριστά για να συναντηθούμε πάλι σήμερα εδώ και αυτή τη φορά να χωρίσουμε σαν αδέρφια". Μάζεψε τα δάκρυα από το πρόσωπό μου, τα κράτησε στη χούφτα της και τα φύσηξε απαλά. "Θα κρατήσω ένα πετράδι από τα μάτια σου και τα άλλα τρία θα τα έχεις εσύ. Το ένα δε θα το αποχωριστείς για να μη σταματήσουμε ποτέ να είμαστε αδέλφια στην ψυχή, το άλλο θα σου ξαναδώσει την αγάπη σου και το τρίτο πρέπει να το δώσεις κάποτε, όταν έρθει η κατάλληλη στιγμή. Θα ξέρεις πότε θα πρέπει να γίνει αυτό, θα το νιώσεις". Με φίλησε στο μάγουλο και τότε όλο το χωριό άρχισε να εξαφανίζεται σιγά σιγά, να διαλύεται στον αέρα σα να ήταν μόνο μια θύμηση που ξεφτάει και που πια δεν είσαι σίγουρος αν υπήρξε στ' αλήθεια. Βρεθήκαμε να στεκόμαστε σε ένα μικρό δάσος, ενώ από μακριά φαινόντουσαν φώτα και ακούγονταν φωνές. 1/4λα ήταν τόσο διαφορετικά, το μόνο που έμοιαζε να μην είχε αλλάξει σχεδόν καθόλου ήταν ο λόφος με τα πεύκα και τα σκίνα. "Δεν μπορώ να σου κάνω άλλο δώρο, αγαπημένε μου αδερφέ", μου είπε η μικρή νεράιδα. "Εδώ θα μπορείς να γίνεσαι πάλι άνθρωπος κάθε νύχτα με γεμάτο φεγγάρι, μέχρι να βρεθεί ο τρόπος και να σπάσουν τα μάγια που σε κρατούν φυλακισμένο στη θάλασσα. Κάποια στιγμή ξέρω πως θα μου κάνεις μεγάλο καλό, όμως δεν πρέπει να σου πω τίποτε για το μέλλον σου. Ένα πράγμα μόνο μπορώ να σου πω" και πλησίασε το αυτί μου. "Μεγάλο πράγμα η Υπομονή", ψιθύρισε. ------------------------------------------------------------------------ Αποσπάσματα από το παραμύθι Η Τριανταφυλλιά και η Κακιά Μάγισσα Χαχάφω του Ανδρέα Ανδρεόπουλου ΤΡΙΑ ΟΝΕΙΡΑ ΠΡΩΤΟ ΟΝΕΙΡΟ Περπατούσα όπως παλιά, στην έρημο, με μια μικρή καμήλα που την είχα πάντα συντροφιά μου. Στο βάθος ξεχώρισα μια τέντα, σαν αυτές που στήνουν καμμιά φορά περαστικά καραβάνια για να περάσουν τη νύχτα. Έφτασα κοντά, δεν πήγαινα δα και πουθενά, και πρόσεξα πως ετούτη η τέντα ήταν ασυνήθιστη. Σαν καμωμένη ολόκληρη από μαλακό ύφασμα και ζεστό, σαν να ευώδιαζε απαλά σαν αγιόκλημα ή σαν γιασεμί. Ένιωθα πως με προσκαλούσε μέσα, πως αυτή ήταν μια φιλική παρουσία μέσα στην έρημο που έπρεπε να απαντήσω και να καλοδεχτώ. Μια άκρη από το ύφασμα της τέντας ήταν ελαφρά ανασηκωμένη, σα να περίμενε κάποιον να την ανοίξει. Τίναξα τα σκονισμένα ρούχα μου και μπήκα μέσα. Τρεις γυναίκες με σκεπασμένα πρόσωπα καθόντουσαν τριγύρω από το χαμηλό τραπέζι και είχαν ανάμεσα μια κούπα ευωδιαστό τσάι. "Άγριο ρόδο", είπα και πλησίασα το τραπέζι, "το αγαπημένο μου τσάι". 1/4πως κάθησα, όμως, και πήρα ένα φλυτζάνι στα χέρια μου, πρόσεξα πως δεν υπήρχε τσάι μέσα στη μεγάλη κούπα, μόνο φύλλα ξερά από λουλούδια, κι ήταν αυτά που μασουλούσαν οι τρεις γυναίκες, ήταν αυτά που έβγαζαν όλη τη μυρωδιά. Αισθάνθηκα άσχημα και άρχισα να αναρωτιέμαι αν είχα κάνει λάθος, αν δεν έπρεπε να βρίσκομαι εγώ εκεί, αν κάποιον άλλο περίμεναν οι τρεις γυναίκες. 1/4μως, όπως ήμουν έτοιμος να ζητήσω συγγνώμη και να φύγω, σηκώθηκε η μια και μου είπε παρακαλετά: "Γιατί δε μας δίνεις νερό, Τζαμίλ;" "Πώς θα φτιάξουμε τσάι;" η δεύτερη. Πριν προλάβω να αποκριθώ και να τους πω πως δεν ήξερα, δεν κατάλαβα πως κάτι έπρεπε να φέρω, σηκώθηκε η τρίτη, έβγαλε ένα φλασκί νερό μέσα από το πουκάμισό μου που ούτε ήξερα πώς βρέθηκε εκεί και το πέταξε κάτω. 3/4στερα έπιασε τις άλλες δυο και γέλασαν όλες δυνατά, μετά πιάστηκαν από κάτι σκοινιά στην άκρη της τέντας και ανέβηκαν γρήγορα ψηλά, βγήκαν από την οροφή και τράβηξαν μαζί τους και την τέντα. Κι έμεινα μόνος μου με την καμήλα μου στη μέση της ερήμου, να κοιτώ το νερό που χυνόταν στο χώμα. ΔΕΥΤΕΡΟ ΟΝΕΙΡΟ Τώρα ήμουν μικρό παιδί, ίσαμε οχτώ χρονών και έπαιζα με τα χώματα έξω από το πατρικό μου. Έβλεπα όπως βλέπουν τα παιδιά και πρόσεχα γύρω μου ό,τι προσέχουν τα παιδιά, τον ήλιο και τα χρώματα, τις πέτρες και τα χώματα, άκουγα τον κόσμο να πηγαίνει στη δουλειά του και ήξερα πως όλα ήταν εντάξει. Ήρθε ξάφνου ένας ξένος μπροστά μου, κάποιος που δεν τον είχα ξαναδεί μα που δε μου άρεσε το πρόσωπό του. Με κοίταξε λίγη ώρα σα να προσπαθούσε κάτι να δει, κάτι να διαπιστώσει ή για κάτι να σιγουρευτεί, ύστερα πήγε στη μάνα μου που έπλενε πιο πέρα και άρχισε να της μιλάει. Δεν καταλάβαινα για τι της μιλούσε, όμως η μάνα μου σε λίγο έκρυψε το πρόσωπό της με τα χέρια της και άρχισε να κλαίει. Μικρός ήμουν και τον ξένο τον φοβόμουν. 1/4μως μου φάνηκε μεγάλη προσβολή αυτό που έκανε ο ξένος και πήγα με το φτυαράκι μου και τον χτύπησα στο πόδι. Αυτός γύρισε και με κοίταξε απότομα, να με φοβίσει, όμως εγώ μάζεψα όλη μου την ψυχραιμία και του ζήτησα με επίσημη φωνή να φύγει. Γέλασε ο ξένος, έδωσε ένα φιλί στο μάγουλο της μάνας μου κι έφυγε. 3/4στερα γύρισα εγώ στα χώματα κι η μάνα μου στην πλύση. ΤΡΙΤΟ ΟΝΕΙΡΟ Αυτό ήταν το πιο παράξενο από τα τρία όνειρα, αυτό που με έριξε βαθύτερα σε σκέψη από τα άλλα δυο. Ήμουν γέρος και οδηγούσα κόσμο πίσω μου στο παλάτι γιατί ο βασιλιάς είχε πεθάνει χωρίς να ορίσει πίσω του κάποιο διάδοχο κι έτσι έπρεπε να μαζευτεί ο λαός και να αποφασίσουμε τι θα γινόταν. Ήμουν ο πρεσβύτερος και μερικοί είπαν πως ίσως εγώ θα έπρεπε να γίνω τώρα βασιλιάς, όμως αμέσως τους αποκρίθηκα πως ήμουν γέρος κι άρρωστος και χωρίς απογόνους, αν διαλέγαν εμένα για βασιλιά γρήγορα η πόλη θα έφτανε στο ίδιο πρόβλημα. Τουλάχιστον, είπαν οι άλλοι γέροντες, πες μας πώς να εκλέξουμε καινούριο βασιλιά. Κοίταξα τριγύρω μου τον κόσμο και είδα πρόσωπα με θέληση, δύναμη για δουλειά και ομόνοια, όμως φοβισμένοι αν προχωρούσαν μόνοι τους, χωρίς κάποιον μονάρχη να τους συμβουλεύει και να τους συμπαραστέκεται στο κάθε βήμα. Δεν ήταν και κανείς όμως άξιος αυτής της μοίρας, αυτής της κατάρας που θέλησε για χρόνια ο βασιλιάς μας να είναι κρυμμένος από το λαό χωρίς κανείς ποτέ να μπορεί να τον ακουμπήσει επί ποινή θανάτου. 1/4λοι ήσαν άνθρωποι της οικογένειας, του σπιτιού και της καλής, τίμιας και σκληρής ζωής. Αυτό που ζητούσε η πόλη ήταν κάποιος συμβουλάτορας, να τους λέει αυτό που ήδη έχουν κατά νου, για να το ξανασκέφτονται μια φορά ακόμα πριν να πράττουν. Μάζεψα τους γηραιότερους γύρω μου και τους είπα το σχέδιό μου. Μερικοί αντέδρασαν ευθύς, λέγαν πως κάτι τέτοιο ήταν αδύνατο και πως δεν υπήρχε λόγος καν να προσπαθήσουμε να κοροϊδέψουμε έτσι τον κόσμο. Κάποιοι όμως το σκέφτηκαν λίγο περισσότερο, με είχαν δει κι άλλη φορά φαίνεται να μετράω τα λόγια μου πριν μιλήσω αλλόκοτα και στο τέλος όλοι, άλλοι με βαριά καρδιά, άλλοι με ελπίδα, μου επέτρεψαν να προσπαθήσω. Μπήκα τότε στο δωμάτιο με το νεκρό βασιλιά και, αφού προσευχήθηκα στον 3/4ψιστο και πήρα τη συγκατάνευσή του, άνοιξα μ' ένα μαχαίρι το στήθος του, έσχισα με το ίδιο μαχαίρι το δικό μου στήθος και άφησα την καρδιά μου να πέσει στο σώμα του νεκρού μονάρχη. Δεν είχε ζωή μέσα το κουφάρι, είχε μόνο καλοσύνη και θα μπορούσε να γνέφει με συγκατάβαση στον κάθε χωρικό που θα ερχόταν να δει το βασιλιά, ας μην είχε μάτια κι ας ήταν παραγεμισμένος με άχυρο και μυρωδικά χόρτα, ας διοικούσε στην πραγματικότητα το συμβούλιο των σοφών γέρων που θα ζούσε δίπλα στον κόσμο. 1/4λοι θα γνώριζαν και θα εμπιστευόντουσαν το βασιλιά της καρδιάς τους.